Κυριακή 14 Απριλίου 2013

Η διόρθωση του ασεβούς μοναχού

Ένας από τους αδελφούς της ιεράς του Οσίου μονής, ανευλαβής ων και δύσπιστος, εξερνούσεν από την δυσώδη κοιλίαν του του βλάσφημα λόγια κατά του Οσίου, λέγονταάς τον πλανεμένον και κολασμένον, και δεν ήθελε να συνεορτάζη μαζί με τους λοιπούς την ετήσιον εορτήν του Αγίου. Όθεν μια φοράν όπου εώρταζον όλοι οι πατέρες την μνήμην του Οσίου, φεύγοντας αυτός από τον ναόν και από την ιεράν εκείνην ακολουθίαν, επήγεν εις το κελλίον του και εκοιμάτο, και εκεί φαίνεται εις τον ύπνον του ο Άγιος όλος αστραπόμορφος, με πρόσωπον δεδοξασμένον και έκλαμπρον, έχων μαζί του και άλλους δύο από τους πρώτους και ηγιασμένους μαθητάς του, και του λέγει. Δεν σου αρέει αυτή η δόξα ω μιαρέ; Ου δεδόξασται το δεδοξασμένον; Και παρευθύς νεύοντας εις τους μαθητάς του λέγει. βάλλετε κάω αυτόν τον άπιστον, αυτόν τον βλάσφημον. Και βάνοντές τον εκείνοι κάτω, του εφάνη, ότι του εκτύπησεν εις τους πόδας με την ράβδον του μερικές ραβδιές, και από τους πόνους και τον υπέρμετρον φόβον εξυπνήσας, βλέπει τους πόδας του ωσάν να τον επονούσαν. Και εγερθείς ευθύς τρέχει έντρομος εις την εκκλησίαν και πίπτοντας κατά γης, βάνει μετάνοιαν εις τον ηγούμενον, όλος ηλλοιωμένος και, συγχωρήσατέ μοι, πατέρες, φωνάζει. Τώρα εγνώρισα ότι ο Θεός εν αληθεία μεγάλως εδόξασε τον όσιον πατέρα ημών Σίμωνα. Τώρα, τώρα και πιστεύω και προσκυνώ αυτόν, ίσα με τους παλαιούς οσίους Αντώνιον, Ευθύμιον, Σάββαν και τους λοιπούς. Ευχαριστώ σοι, άγιε του Θεού, όπου με ελύτρωσες από την δαιμονιώδη πλάνην μου, και με έβγαλες από την κόλασιν, τον ταλαίπωρον. Ταύτα βοών μετά δακρύων, εδιηγήθη εν μέσω της εκκλησίας την φοβεράν εκείνην δόξαν του Οσίου, και τα εξής εις πλάτος, και όλοι εδόξασαν τον Θεόν, τον μη θέλοντα τον θάνατον του αμαρτωλού, ως το επιστρέψαι και ζην αυτόν.

(Απόσπασμα από το βιβλίο "Ο Βίος του Αγίου Σίμωνος του Αθωνίτου" - Έκδοση Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας)

Ένα κήρυγμα τριακόσιες μετάνοιες!

Ο κ. Θωμάς Κ. σήμερα ιερομόναχος στο Άγιον Όρος με ομάδα κληρικών και λαϊκών, επισκέφθηκε τον παπα-Τύχωνα τον Αύγουστο του έτους 1967. Τότε ήταν λαϊκός και ως θεολόγος καθηγητής, κήρυττε στον κόσμο. Γι' αυτό τον ρώτησε εάν πρέπει να κάνει κηρύγματα. Ο Γέροντας τον ρωτά: "πόσο χρόνο έχει;", εννοώντας την ηλικία του. Ο κ. Θωμάς του απαντά: "Τριάντα τέσσερα". Και ο παπα-Τύχων λέγει με τον χαριτωμένο τρόπο του: "Πρέπει παιντί μου, κάτε μέρα κάνει τριακόσια μετάνοια". Ο άλλος λαϊκός κ. Β.Τ. μόλις άκουσε τον μεγάλο γι αυτόν αριθμό μετανοιών γέλασε από απέναντί του. Και ο Γέροντας με γλυκό μειδίαμα του λέγει: "Εσύ κάτε βράδυ πεντακόσια μετάνοια και μόνο ντύο ώρα ύπνο"! Στον κ. Θωμά είπε ακόμη:
- Διαβάσει παιντί μου, πρώτα βιβλίο Μ. Βασίλειο, Γρηγόριο, Κρυσόστομο, ντύο ώρα μελέτη - ντύο ώρα προσευχή κάτε μέρα και μετά ο,τι έχει καρντία ντώσει άνθρωπο ψύχα.
Δηλαδή αφού μελετήσει καλά τα έργα των πατέρων και προσευχηθεί πολύ, το κήρυγμά του θα είναι προσφορά στις ψυχές των ανθρώπων εκ του περισσεύματος της καρδίας του.
Όπως καθόταν στο πρόχειρο υπαίθριο πέτρινο αρχονταρίκι του παπα-Τύχωνα πίσω από το Κελλί, ο κ. Θωμάς έβλεπε απέναντι τον τάφο που από χρόνια είχε ανοίξει ο παπα-Τύχων και πρόσεξε την επιγραφή στον ξύλινο σταυρό, όπου μεταξύ άλλων έγραφε "ετών 8...". Γεμάτος απορία για τον ογδόντα τον ρωτά: "Γιατί, Γέροντα, ογδόντα; Αν πας ενενήντα;". Αλλά ο παπα-Τύχων, κουνώντας κατηγορηματικά το δάκτυλό του, απάντησε: "Όχι! Παπα-Τύχων ντεν πάει ενενήντα!". Προγνώριζε, δηλαδή, την κοίμησή του, η οποία συνέβη ένα χρόνο μετά την επίσκεψή τους, όταν ο παπα-Τύχων ήταν 84 ετών.
Φεύγοντας, οι επισκέπτες ζήτησαν να τον φωτογραφίσουν. Ο παπα-Τύχων τους λέει: "Περιμένει βάλει σχήμα". Αφού μπήκε μέσα και φόρεσε το σχήμα του, άπλωσε και τη μακριά γενειάδα του, που την έδενε κόμπο και την έβαζε μέσα στο ζωστικό και στάθηκε να τον φωτογραφίσουν.

(Απόσπασμα από το βιβλίο: "Οι αναμνήσεις μου από τον παπα-Τύχωνα, Ιερομονάχου Αγαθαγγέλου (Καλαφάτη) - Έκδοσις Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας, Άγιον Όρος)

Οι μετάνοιες πάνω στα χιόνια και η ευχή "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με"

Ο γέρο-Τρύφων, που έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στο χιλιανδαρινό Κελλί Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στις Καρυές, γνωστό ως "Πατερίτσα", επισκέφθηκε κάποτε τον παπα-Τύχωνα στο κελλί του στην Καλιάγρα. Ήταν χειμώνας και ήθελε να τον συμβουλευθεί για κάποιο πνευματικό ζήτημα. Όταν πλησίασε στο Κελλί, βρήκε τον παπα-Τύχωνα έξω πάνω στα χιόνια, ντυμένο πολύ ελαφρά μέσα στο τσουχτερό χειμωνιάτικο κρύο, να κάνει μετάνοιες. Μόλις ο π. Τρύφων τον είδε να ταλαιπωρείται από το πολύ κρύο και να πέφτει μέσα στα χιόνια, τον λυπήθηκε επειδή ήταν ήδη και σε μεγάλη ηλικία και του λέει: "Γέροντα, δεν κρυώνεις". Και τότε ο παπα-Τύχων με παιδική απλότητα και δείχνοντάς του το κομποσχοίνι που κρατουσε, του απαντά: "Γκόσποντι, Ιησού Χριστέ, παμίλουι νάς!". Δηλαδή λέγοντας την ευχή δεν αισθανόταν καθόλου κρύο, αλλά αντίθετα ζεσταινόταν καρδιακά και σωματικά. Το περιστατικό αυτό προκάλεσε μεγάλη εντύπωση στον π. Τρύφωνα και το έλεγε με θαυμασμό σε όλη του τη ζώη.
Αφού μπήκαν στο κελλί και μίλησαν, ο παπα-Τύχων είπε στον π. Τρύφωνα ότι όταν φθάσει ενενηντατριών χρονών θα κοιμηθεί. Η πρόρρηση αυτή δεν ικανοποίησε τον π. Τρύφωνα, γιατί δεν πίστευε ότι έτσι θα γινόταν και ότι θα ζούσε τόσα πολλά χρόνια.
Όμως η ρήση του παπα-Τύχωνα τον συνόδευε πάντοτε. Μάλιστα, όταν πέρασε την ηλικία των ενενήντα δύο ετών και είχε μπει στα ενενήντα τρία, ο γέροντας Τρύφων, επειδή φοβόταν μήπως επαληθευτεί η προφητεία, έλεγε πάντα σε όσους τον ρωτούσαν ότι είναι ενενήντα δύο ετών! Αυτό προκαλούσε την απορία του υποτακτικού του, που αστειευόμενος του έλεγε: "Γέροντα, ανέβα λίγο πιο πάνω!". Πραγματικά η προφητεία επαληθεύτηκε το έτος 2002, όταν ο γέρο-Τρύφων εκοιμήθει εν Κυρίω σε ηλικία ενενηντατριών ετών.

(Απόσπασμα από το βιβλίο "Οι αναμνήσεις μου από τον παπα-Τύχωνα", Ιερομονάχου Αγαθαγγέλου (Καλαφάτη). Έκδοσις Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας, Άγιον Όρος)

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2013

Ο Γέρων Ιλαρίων (+ 1880)


Ο πατήρ Ιλαρίων ήταν ελληνικής καταγωγής και το έτος 1849 πήγε στη Μονή του οσίου Σάββα του Ηγιασμένου κοντά στα Ιεροσόλυμα όπου έμεινε τέσσερα χρόνια και έγινε ρασοφόρος.
Κατόπιν έζησε εντός της πόλεως των Ιεροσολύμων έως το 1857. Τότε ανεχώρησε για το Άγιον Όρος και έζησε ένα χρόνο περίπου στη Μονή Κουτλουμουσίου. Αναζητώντας έμπειρον Γέροντα, πήγε πρώτα στη Σκήτη της Μικράς Αγίας Άννης, στο κελλί του Γέροντος, Χαρίτωνος, αλλά δεν έμεινε πολύ μαζί του. Έφυγε για τη Σκήτη του Αγίου Βασιλείου και από εκεί πάλι μετακόμισε σε καλύβα της Σκήτης της Μικράς Αγίας Άννης ψάχνοντας όλον αυτόν τον καιρό για καθοδηγητή.
Απαντώντας στις εγκάρδιες ευχές του, ο Κύριος του εχάρισε Γέροντα τον π. Γεράσιμο, που τότε ζούσε στα Κατουνάκια. Ο π. Ιλαρίων τον παρακάλεσε να τον ενδύσει το Σχήμα και να τον δεχθεί υπό την καθοδήγησή του. Ο Γέροντας εξεπλήρωσε τον πόθο του π. Ιλαρίωνος, ο οποίος επέστρεψε στο καλύβι του στη Σκήτη του Αγίου Βασιλείου, και έμεινε δέκα χρόνια.
Κάποτε, όταν οι γείτονες επισκέφθηκαν τον π. Ιλαρίωνα, τον ρώτησαν:
-         Πού είναι καλύτερα να ζει κανείς; Εδώ ή στα Ιεροσόλυμα;
-         Κατά την αδυναμία μου, απάντησε ο Γέροντας, καλύτερα είναι εδώ, επειδή, όταν κάποιος δεν είναι έτοιμος για ο,τιδήποτε, ο τόπος δεν τον προστατεύει. Εκείνος όμως που είναι έτοιμος, έχει την δυνατότητα και εκεί να ζήσει και να είναι παράδειγμα για όλους. Τα μέρη αυτά είναι φυσικά καλύτερα για ησυχία και προσευχή, αν και ο αγώνας εδώ είναι μεγαλύτερος. Προσευχηθείτε στον Χριστό να βάλω καλή αρχή.
-         Δεν είναι πληκτικά και στενόχωρα να ζεις εδώ; Ρώτησαν εν συνεχεία τον Γέροντα
-         Όταν για κάποιες επείγουσες ανάγκες πρέπει να βγω από το καλύβι, τότε πράγματι είναι ανιαρό και άβολο! Είπε αυτός, κοιτάζοντας τους επισκέπτες σοβαρά και με αυστηρότητα.
-         Και η οκνηρία, Γέροντας δεν σε καταλαμβάνει;
-         Αυτή είναι τυρρανική, μαρτυρική! Είπε ο Ιλαρίων, κουνώντας την κεφαλή

Οι επισκέπτες για να τον παροτρύνουν σε περαιτέρω συζήτηση τον ρώτησαν:

-         Πάτερ όταν σε κυριεύσει φοβερή στενοχώρια, που δεν επιτρέπει ούτε να αγωνιστείς εναντίον της – και ο άνθρωπος σε τέτοια κατάσταση φαίνεται σαν να καταστράφηκε εντελώς – τότε με τι παρηγορείσαι αφού είσαι μόνος;
-         Απορρίπτω κάθε ανθρώπινη ελπίδα και αφού συγκεντρωθώ στρέφομαι προς τον Θεό με λύπη. Τότε ο Κύριος παρηγορεί. Ο άνθρωπος όταν ζει μόνος, είναι αναγκασμένος να αγωνίζεται εναντίον  όλων των παθών.

Από τη συζήτηση περί του βίου των εκεί ερημιτών έγινε γνωστό ότι όλοι όσοι ζουν στην ίδια έρημο, αν και μένουν σε διάφορες καλύβες, είναι ομόψυχη και πάντα ο ένας αισθάνεται μεγάλη αγάπη προς τους άλλους.
Μια φορά ένας από τους συνασκητάς ήλθε στον γέροντα Ιλαρίωνα και τον παρεκάλεσε θερμά να μην τον λησμονεί στις προσευχές του, επειδή εκείνο τον καιρό θλιβόταν από την πίεση πολλών πειρασμών για τους οποίους ο Γέροντας είχε κάποια γνώση.

-         Αν δεν υπήρχαν αρετές, του είπε, δεν θα υπήρχαν ούτε τέτοιοι πειρασμοί. Επειδή όμως υπάρχουν, πάντα πρέπει να ακολουθούνται από θλίψεις. Διαφορετικά δεν γίνεται!

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, επειδή τον π. Ιλαρίωνα τον είχαν εγκαταλείψει πλέον οι σωματικές του δυνάμεις, πήγε να ζήσει στην Καψάλα και εκοιμήθει εκεί το 1880.

(Απόσπασμα από το βιβλίο "Αγιορείτες Πατέρες 2" Ιερομονάχου Αντωνίου - Εκδόσεις Ίνδικτος


Τετάρτη 13 Μαρτίου 2013

Αγνή Παρθένε Δέσποινα - Ψάλλουν οι Μοναχοί της Σιμωνόπετρας




Διάδοχος του π. Σάββα στο Ρωσικό ήταν ο μαθητής του Γεράσιμος, ο οποίος γεννήθηκε στη Μακεδονία το έτος 1770. Περί αυτού, ο π. Παρθένιος αναφέρει τα εξής στις σημειώσεις του: Ο π. Γεράσιμος εισήλθε 15ετής στη Μονή Εικοσιφοινίσσης και ήδη συμπληρώνει περισσότερα από 50 χρόνια μοναχικής ζωής (1840). Ο Γέροντας έχει το εξαιρετικό χάρισμα της διακρίσεως. Καθοδηγεί τα διακόσια πνευματικά του τέκνα όχι με την εξουσία αλλά με την πατρότητα. Άλλον νουθετεί, κάποιον τιμωρεί και άλλον προσπαθεί να πείσει με δάκρυα. Αγαπά τους πάντες σαν αληθινός πατέρας. Το κελί του είναι σαν νοσοκομείο ποτέ δεν είναι κλειστό. Όλοι οι αδελφοί, υγιείς και άρρωστοι τρέχουν στον Γέροντά τους, στον πνευματικό τους θεραπευτή και του φανερώνουν τα ψυχικά τους τραύματα. Ο έμπειρος ιατρός τους θεραπεύει και εκείνοι αναχωρούν υγιείς και χαρούμενοι για το διακόνημα τους. Τελευταίος βγαίνει από το κελί του ο ίδιος. Πρωτίστως επισκέπτεται τους ασθενείς αλλά επιβλέπει και τους εργάτες και τις εργασίες τους. Εν συνεχεία, βγαίνει από το μοναστήρι επισκέπτεται όλους τους αδελφούς στα διάφορα διακονήματά τους και τους βοηθάει ο ίδιος. Έτσι περνά, τις ημέρες του με αδιάκοπους αγώνες. Την ώρα της εργασίας ποτέ δεν αναγκάζει τους αδελφούς να βιασθούν, αλλά τους δίδει άνεση και ευλογία να ξεκουράζονται συχνά. Μερικές φορές - γράφει ο μοναχός Παρθένιος - μπαίνω στην εκκλησία και από την αδελφότητα δεν υπάρχει κανείς ακόμη, αλλά ο ηγούμενος ήδη βρίσκεται όρθιος στη θέση του. Άλλη τροφή εκτός από αυτή της κοινής τραπέζης, δεν παίρνει. Συχνά στην τράπεζα νουθετεί και καθοδηγεί τους πατέρες, σχολιάζοντας μερικές φορές τις αδυναμίες και τις ελλείψεις τους, χωρίς όμως να αναφέρει κανενός το όνομα. Πάντα μιλάει με κατάνυξη και πατρική αγάπη και όλους τους κατασυγκινεί. Τον βλέπουν όλοι ως άγγελο, τον υπακούουν ως Θεό, τον τιμούν ως βασιλέα και τον αγαπούν ως πατέρα. Τους εμπιστεύθηκαν τις ψυχές τους και τα σώματά τους, διότι τον θεωρούν ιατρό, ποιμένα και καθοδηγητή προς την βασιλεία των ουρανών. Δεν τον τιμούν μόνον τα τέκνα του, αλλά και ολόκληρο το αγιώνυμο όρος, ως αυστηρόν φύλακα του κοινοβιακού τυπικού. Με συντομία θα αναφέρουμε πως ο γέρων Γεράσιμος συμπεριφερόταν στην αδελφότητα του Ρωσικού, πως εβάσταζε τις αδυναμίες των αδυνάτων, πως κατεπράυνε την υπερηφάνεια των ασκητών και πως απεμάκρυνε τους ανυπότακτους και τους παραβάτες των κανονισμών του κοινοβίου. Κάποτε ήλθε στο μοναστήρι ο μοναχός Αβράμιος, Ρώσος από το Δον, καταγόμενος από αρχοντική οικογένεια. Νωρίτερα ζούσε στη Σκήτη του Προφήτου Ηλιού και ζητούσε τώρα από τον π. Γεράσιμο να τον δεχθεί στο κοινόβιο. Για να γίνει δεκτός παρεκάλεσε και ο πνευματικός Ιερώνυμος, αναφέροντας εκτός από τους άλλους λόγους και την περιουσία του, την οποία αποτελούσαν είκοσι χιλιάδες λέβα. Ζήτησε όμως να μην του αναθέτουν διακόνημα. - Και τι θα κάνεις; ρώτησε τον π. Αβράμιο ο ηγούμενος - Θα προσεύχομαι, απάντησε εκείνος - Καλά, χαίρομαι γι' αυτό, του είπε. Αν ολόκληρη η αδελφότης μου απεφάσιζε να προσεύχεται αδιαλείπτως, ούτε έναν δεν θα έστελνα στο διακόνημα, επειδή η πραγματική μοναχική εργασία είναι η προσευχή. Όλα τα υπόλοιπα είναι δευτερεύοντα και γίνονται για να αποφεύγεται η οκνηρία. Αν όμως δεν υπήρχαν διακονήματα, στο μοναστήρι μου δεν θα έμεναν ούτε είκοσι άνθρωποι, ενώ τώρα υπάρχουν διακόσιοι. Για όλους είναι ευχάριστα και χαρούμενα στο κοινό διακόνημα. Υπάρχει λοιπόν καιρός για προσευχή, καιρός για εργασία, ώρα για φαγητό και ώρα για ύπνο. Και όποιος αγαπά τον Κύριο με όλη του την καρδιά, έχει την δυνατότητα να προσεύχεται με την νοερά προσευχή, την οποία οι σωματικοί κόποι δεν εμποδίζουν αλλ' αντιθέτως την βοηθούν. Αν μπορείς και συ να προσεύχεσαι έτσι, θα σε δεχθώ και θα σε τακτοποιήσω και χωρίς τα χρήματά σου. Αυτά δωσ' τα όπου νομίζεις. Αν όμως δεν μπορείς, τότε ούτε τα χρήματα μας χρειάζονται. Εμείς στο μοναστήρι δεν συγκεντρώνουμε χρήματα αλλά σώζουμε ψυχές. Όταν βεβαίως κάποιος φέρει δεν τα αρνούμεθα, τα χρησιμοποιούμε για τις ανάγκες του μοναστηριού. Ο μοναχός όμως που τα έφερε είναι υποχρεωμένος να υπακούει σε όλους τους κανονισμούς του κοινοβίου και να ξεριζώσει το θέλημά του. Εμείς σε κανέναν δεν επιβάλλουμε κάτι υπεράνω των δυνάμεών του. Παραχωρούμε μόνο ο,τι ο καθένας μπορεί να σηκώσει. Συνέβη και το εξής περιστατικό: Ζούσε στη μονή ένας μοναχός ελληνικής καταγωγής, ο οποίος ήδη είχε γίνει μικρόσχημος. Αυτός προσέφερε μεγάλο ποσό, αλλά κράτησε ένα μέρος για τον εαυτό του. Ο ηγούμενος του έλεγε: - Αν επιθυμείς να ζεις μαζί μας μην κρατήσεις ούτε το ελάχιστο. Αν λυπάσαι για τα χρήματα και δεν θέλεις να τα αποχωριστείς δεν πρέπει τίποτα να μας δώσεις. Εσένα σου χρειάζεται τέτοιος τόπος, όπου θα μπορείς να ζεις με χρήματα, διότι σε περίπτωση που θα τα αποκρύψεις και θα ευρεθούν μετά τον θάνατο, θα μπουν μαζί σου στον τάφο. Ως παραβάτης δε του κοινοβίου δεν θα αξιωθείς του μνημοσύνου της αδελφότητος. - Άγιε Πάτερ ο,τι έχω θα το δώσω! απάντησε εκείνος. Ο ηγούμενος τον δέχθηκε και τον έκειρε μεγαλόσχημο. Ο μοναχός ήταν πολύ ταπεινός, απλός και - ως καλός επιπλοποιός - χρήσιμος στο κοινόβιο. Η αδελφότης τον αγαπούσε πάρα πολύ, αλλά ο ηγούμενος διείδε κάποια αδυναμία να κρύβεται μέσα του. Ήταν το φίδι της φιλαργυρίας. Γι αυτό συχνά τον καλούσε και με δάκρυα τον ικέτευε να φανερώσει και τα υπόλοιπα χρήματα εκείνος όμως απαντούσε ότι τα παρέδωσε όλα. Ο ηγούμενος Γεράσιμος βλέποντας την σκλήρυνση και την επικείμενη απώλεια της ψυχής του, θέλησε να τη διορθώσει. Μια ημέρα, ενώπιον όλων των αδελφών της μονής, διέταξε να τον απομακρύνουν από το κοινόβιο, να πετάξουν όλη την περιουσία του και να του επιστρέψουν τα χρήματά του. Ο μοναχός βεβαίως δεν τα πήρε, λέγοντας ότι τα έδωσε για πάντα στο μοναστήρι. Τότε η αδελφότης λυπήθηκε πολύ και με δάκρυα σκεπτόταν ότι ο ηγούμενος τιμώρησε χωρίς έλεος τόσο ταπεινό άνθρωπο. Ο μοναχός έφυγε από το κοινόβιο, βρήκε σύντροφο και αγόρασε κελί. Πλήρωσαν τέσσερις χιλιάδες λέβα για να το αγοράσουν και δύο χιλιάδες για να την ανακαίνιση. Τότε αντελήφθησαν όλοι για ποιο λόγο τον έδιωξε ο ηγούμενος. Όταν ο μοναχός Αβράμιος - αυτό ήταν το όνομά του - ξόδεψε όλα τα χρήματά του, έπεσε σε ακηδία και δεν ήταν πλέον σε θέση να ζήσει στο κελί γι' αυτό το παρέδωσε στον σύντροφό του. Ο ίδιος ήλθε στο μοναστήρι και άρχισε να παρακαλεί τον πορτάρη να πει στον ηγούμενο πως θέλει να ικετεύσει για συγχώρηση. Εκείνος μετέφερε την παράκληση. Μόλις την άκουσε ο ηγούμενος, έτρεξε και τον αγκάλιασε λέγοντας: - Τελείωσαν όλα σου τα χρήματα ή έμεινε κάτι ακόμη; - Συγχώρησε με, άγιε πάτερ. Ήμαρτον ενώπιον του Θεού και ενώπιόν σου, απάντησε αυτός με δάκρυα στα μάτια. Τώρα τίποτε δεν μου έμεινε πλέον, εκτός από τις αμαρτίες μου. - Πρέπει να χαίρεσαι αφού ο Κύριος σε εκαθάρισε και τώρα θα γίνεις πραγματικός μοναχός, είπε ο ηγούμενος και του έδωσε πάλι κελλί στο μοναστήρι. Ο σοφός και ανιδιοτελής γέρων Γεράσιμος, σχεδόν κάθε ημέρα, έκανε έργα άξια θαυμασμού. Εγνώριζε ποιον να τιμωρήσει και σε ποιον να συγχωρήσει την αδυναμία. Ανεπαύθη εν Κυρίω το 1875, σε ηλικία 105 ετών.

Ο άσπλαγχνος μοναχός που πλανέθηκε, γιατί έκανε ξερή άσκηση χωρίς αγάπη και διάκριση

Ο Πατήρ... είχε έρθει στον Άγιον Όρος μαζί με έναν φίλο του για να γίνουν Μοναχοί, μετά από ένα θαύμα που είδαν στη Μεγαλόχαρη της Τήνου, όταν έγινε καλά ένας παράλυτος εκ γενετής. Ο μεν φίλος του έμεινε στη Νέα Σκήτη, ο δε Πατήρ... ήρθε από την Βόρειο - ανατολική πλευρά και έγινε Μοναχός σ'ένα Ιδιόρρυθμο Μοναστήρι. Επειδή στα Ιδιόρρυθμα υπάρχει ελευθερία, χρειάζεται φυσικά και μεγάλη προσοχή, διότι, εάν δεν την αξιοποιήσει σωστά κανείς, μπορεί να γίνει χειρότερος και από κοσμικός, μπορεί και να πλανεθεί. Ο Πατήρ... λοιπόν είχε αγωνιστικό πνεύμα, αλλά το πνεύμα του Ιδιόρρυθμου τον έριξε κατ'αρχάς στην υπερηφάνεια και την έπαρση. Όσο έκανε σκληρούς αγώνες με υπερηφάνεια, άλλο τόσο σκλήραινε και η καρδιά του. Δεν τον ενδιέφερε εάν ο διπλανός του κινδύνευε ή σπαρταρούσε αρκεί να συμπλήρωνε τα κομποσχοίνια του τα πολλά και τις πολλές μετάνοιες. Είχε γεμίσει όλες τις ώρες, ακόμη και τα λεπτά, με αγώνες, Παρακλήσεις κλπ. και πίεζε τον εαυτό του εγωιστικά, για να αγιάσει μέχρι που δημιούργησε άγχος στον εαυτό του. Νήστευε δε τρομερά, έκανε συνέχεια ενάτες και τριήμερα. Όποιος τον έβλεπε εξωτερικά, σκυφτό, σκελετωμένο με σοβαρό ύφος κτλ, σχημάτιζε τη γνώμη ότι είναι μεγάλος Ασκητής. Επειδή και το διακόνημά του ήταν Δασονόμος, και τον περισσότερο χρόνο τον περνούσε στο δάσος, και αυτό τον έβλαψε. Όταν επέστρεφε στη Μονή λες και κατέβαινε ο Μέγας Αντώνιος από το Όρος! Δεν μιλούσε με κάνεναν αδελφό, κλεινόταν στο κελί του, όπως ανέφερα, και πίεζε τον εαυτό του στους αγώνες εγωιστικά για να αγιάσει. Μια μέρα, λοιπόν, είχε πέσει ένας εργάτης από ένα δένδρο στο δάσος και σακατεύτηκε ο καημένος. Αμέσως ο γιος του τον φορτώθηκε και τον κατέβασε στη Μονή, για να ειδοποιήσει τον διακονητή του δάσους, τον Πατέρα... για το συμβάν και να του ζητήσει μια κουβέρτα, για να μεταφέρει στο μουράγιο τον σακατεμένο πατέρα του, για να τον πάει στη Θεσσαλονίκη. Ο Πατήρ, δυστυχώς, όχι μόνο δεν του έδωσε κουβέρτα, αλλά σκεφτόταν τον χρόνο που του έτρωγε ο νέος με την υπόθεση του πατέρα του. Φυσικά, ήταν υποχρεωμένος όχι μόνο να τον ακούσει αλλά και να τον βοηθήσει, επειδή ήταν ο Διακονητής του δάσους, αλλά και Προϊστάμενος. Δυστυχώς, όμως έκλεισε την πόρτα του κελιού του για να μην καθυστερήσει και να συμπληρώσει τα πνευματικά του. Οι Πατέρες της Μονής, όταν είδαν τον νέο να κλαίει, τον πλησίασαν και του συμπαραστάθηκαν. Παρηγόρησαν το παιδί, βοήθησαν για τη μεταφορά του πληγωμένου πατέρα του και φρόντισαν να τακτοποιηθεί σε νοσοκομείο. Μετά από τέτοια ασπλαγχνία (!) επόμενο ήταν να απομακρυνθεί τελείως η Χάρη του Θεού και να σκοτισθεί σιγά - σιγά ο ταλαίπωρος. Άρχισε δε να καυχάται ότι έφθασε στα μέτρα των Αγίων Πατέρων και βλέπει Αγίους, Αγγέλους, φώτα κτλ. Μια μέρα λοιπόν του είχε παρουσιασθεί πάλι ένας δήθεν Άγγελος και του λέει: - Ετοιμάσου γρήγορα Πάτερ...γιατί σε λίγο θα περάσω να σε πάρω. Εκείνος απήντησε: - Να 'ναι ευλογημένο! και βιαστικά - βιαστικά φόρεσε τα καινούρια του ράσα και το Σχήμα. Εν τω μεταξύ του ξαναφωνάζει: - Άντε γρήγορα, ανέβα στο παράθυρο να σε πάρω. Και ο Πατήρ απήντησε: - Κάνε υπομονή να βρω ένα σκαμνί, για να ανέβω. Μετά από αυτό τον διάλογο, μου έλεγε ο Προηγούμενος ...., ακούστηκε ένα πέσιμο και ένα "Ωχ!". Ώσπου να τρέξουν οι Πατέρες, είχε τελειώσει. Είχε γίνει σύντριμμα, γιατί ήταν σωματώδης και το ύψος ήταν πολύ, διότι έπεσε από τον τρίτο όροφο κάτω στην πλακοστρωμένη αυλή. Οι Πατέρες τον συμμάζεψαν στην κουβέρτα με διπλό πόνο, γιατί περισσότερο σκέφτονταν την απώλεια της ψυχής του. Ανέβηκαν μετά στο κελί του για να το τακτοποιήσουν και βρήκαν μια κόλλα με μεγάλα γράμματα να λέει τα εξής: "Κάτω από αυτή την κόλλα έχω τρεις χιλιάδες δραχμές για ένα Σαρανταλείτουργο, Εάν δεν μου το κάνετε, να έχετε τη λέπρα του Γιεζή, την αγχόνη του Ιούδα και την αρά των 318 Θεοφόρων Πατέρων της Πρώτης Οικουμενικής Συνόδου" και στο τέλος είχε την υπογραφή του. Ο Καλός Θεός, που είναι όλο σπλάγχνα, ας λυπηθεί το ταλαίπωρο πλάσμα του, και η διπλή αυτή πτώση του πλανεμένου αδελφού ας γίνει διπλό φρένο για μας, για να αγωνιζόμαστε με πολλή ταπείνωση και αγάπη, να πλησιάσουμε στον Θεό. Αμήν. (Απόσπασμα από το βιβλίο Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου "Αγιορείται Πατέρες και Αγιορείτικα" (Έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος, Σουρωτή Θεσσαλονίκης)

Πέμπτη 28 Απριλίου 2011

Ο Άγιος Θεωνάς αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης



Ο φωτισμένος και ευλογημένος άγιος Θεωνάς από την Καψάλα απέκτησε τη θεάρεστη ταπείνωση και κάθε είδους αρετή. Από την Καψάλα πήγε στο μοναστήρι του Παντοκράτορος, όπου έγινε ηγούμενος και απ'εκεί, για τη μεγάλη του μόρφωση και την κατά Θεόν πνευματική του κατάρτιση, η Θεία Πρόνοια τον κάλεσε να ποιμάνει τους χριστιανούς της Θεσσαλονίκης, όπου κατέλυσε θεάρεστα το βίο του, αποσυρθείς στα γεράματα του στο μοναστήρι της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολύτριας, που βρίσκεται πλησίον της Θεσσαλονίκης κοντά στα Βασιλικά. Εκεί παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο της δόξης και Θεό ημών Ιησού Χριστό, ο οποίος χαρίτωσε το σώμα του να είναι επί τόσους αιώνες σώο και αδιάφθορο και προς δόξα του εν Τριάδι Θεού να εκπέμπει άρρητη ευωδία






(Απόσπασμα από το βιβλίο "Το Γεροντικό του Αγίου Όρους", Ανδρέου Μοναχού Αγιορείτου. Εκδόσεις Άθως)

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ



Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2010

Ο Γέρων Δανιήλ


Στην Καλύβα “Άγιος Χρυσόστομος” της Κουτλουμουσιανής Σκήτης του Αγίου Παντελεήμονος βρίσκεται ακόμη στη ζωή και ασκητικά αγωνίζεται ο μοναχός Δανιήλ ο οποίος, όπως μας βεβαίωσε ο ίδιος και από άλλους πατέρες πληροφορηθήκαμε, είκοσι και πλέον χρόνια είναι άρρωστος, πονεί το κεφάλι, η μέση, τα νεφρά, η καρδιά, τα πόδια και πολλές φορές όλο το σώμα.
Σε πολλούς γιατρούς πήγε, πολλές εξετάσεις, ακτινοσκοπήσεις και ακτινογραφές έκανε, το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο.
Οι γιατροί δεν βρίσκουν καμία σωματική οργανική βλάβη ή πάθηση, ο αδελφός όμως ακόμη υποφέρει από ανεξήγητη ασθένεια, στην οποία δεν μπορούν να τον βοηθήσουν οι γιατροί και η επιστήμη.
Πριν από λίγα χρόνια, την 27η Ιουλίου, στην αγρυπνία του Αγίου Παντελεήμονος, ο αδελφός Δανιήλ, με πίστη πολλή και δάκρυα στα μάτια παρακάλεσε τον Άγιο Παντελεήμονα: “Άγιε του Θεού και Προστάτη της Σκήτης μας, συ που είσαι γιατρός και για την αγάπη του Χριστού μαρτύρησες και έχυσες το αίμα σου, κάμε αγάπη και παρακάλεσε τον Δεσπότη Χριστό να μου δώσει την υγειά μου, να μπορώ κι εγώ υγιής να δοξάζω το όνομα Του και να ψάλλω στις αγρυπνίες”.
Λέγοντας αυτά ο μοναχός Δανιήλ από τον πόνο και την κούραση τον πήρε λίγο ο ύπνος και βλέπει σε όραμα τον Άγιο Παντελεήμονα γονατιστό μπροστά στο θρόνο του Θεού και να παρακαλεί για την υγεία του αδελφού.
Ο μοναχός Δανιήλ άκουσε το Δεσπότη Χριστό να λέει στον Άγιο Παντελεήμονα: “Αδελφέ μου μεγαλομάρτυς Παντελεήμων, μήπως εσύ είσαι πιο σπλαχνικός από μένα; Ή αγαπάς πιο πολύ από μένα τους ανθρώπους; Γνωρίζω πως για την αγάπη μου έχυσες το αίμα σου, αλλά μήπως εγώ δεν έχυσα και δε χύνω κάθε ημέρα το αίμα μου για την ψυχική σωτηρία των ανθρώπων; Μάθε οτι θέλημα μου είναι και συμφέρει πολλές φορές το σώμα να είναι άρρωστο για να σωθεί η ψυχή. Έτσι θέλω πολλοί άνθρωποι να σωθούν”.
Όταν άκουσε αυτά ο αδελφός Δανιήλ ξύπνησε και δόξασε το όνομα του Θεού, ευχαρίστησε και τον άγιο Παντελεήμονα για την προσπάθεια και μεσιτεία του, κι αμέσως, όπως μας είπε ο ίδιος, έφυγε ένα βάρος από πάνω του και πληροφορήθηκε πως πρέπει να φέρει με υπομονή, με χαρά και με ευχαρίστηση το σταυρό και την κατάσταση της ασθένειας του.
Απόσπασμα από το βιβλίο “Το Γεροντικό του Αγίου Όρους”, Ανδρέου Μοναχού Αγιορείτου

Ο Πατριάρχης Ιωακείμ


Ήταν το μεγάλο πανηγύρι της Παναγίας του Δεκαπενταύγουστου, που τα παλιά χρόνια κρατούσε δεκαπέντε ημέρες στις Καρυές και οι Πατέρες από όλα τα μέρη κι από την έρημο φέρνανε να πουλήσουν το εργόχειρο τους.
Το 1901-3 που ησύχαζε στο Άγιον Όρος σαν εξόριστος ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ΄ όταν βρέθηκε στις Καρυές απέναντι από το Ναό του “Πρωτάτου”, μπροστά στο εκκλησάκι του “Αγίου Νικολάου”, που είναι και το Κοιμητήρι των κοσμικών που πεθαίνουν στο Άγιο Όρος, εκεί ο Πατριάρχης διέκρινε να κάθεται ένα Γεροντάκι, με το κομποσχοίνι στο χέρι να λέει την ευχή και να πουλάει το εργόχειρο του, που ήταν κομποσχοίνια.
Ο Πατριάρχης Ιωακείμ πρόσεξε το Γεροντάκι αυτό και του έκανε εντύπωση το σεβάσμιο του παρουσιαστικού και το ταπεινό του ύφους του. Ρώτησε και του είπαν πως είναι Πνευματικός και πωλεί το εργόχειρο του. Πλησίασε, αγόρασε ένα κομποσχοίνι και τον ρώτησε: “Σεβαστέ Γέροντα, μου είπαν πως είσαι Πνευματικός και θέλω να έρθω στην Καλύβα σου να εξομολογηθώ. Πού μένεις;”.
Ο Πατριάρχης δε φορούσε εγκόλπιο ή κανένα άλλο διακριτικό για να γνωρίζεται, αλλά περιφερόταν σαν απλός μοναχός.
Ο Πνευματικός δεν γνώριζε πως είναι Πατριάρχης και με όλη την απλότητα που τον διέκρινε, του απάντησε: “Παναγιώτατε, δεν μπορείς να μπεις στην Καλύβα μου, γιατί είναι πολύ χαμηλή και συ όπως βλέπω είσαι πολύ ψηλός”. Πράγματι ήταν πρώτο ανάστημα αλλά ο Πνευματικός δεν εννοούσε αυτό, παρά με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος γνώρισε το αταπείνωτο και αγέρωχο του χαρακτήρα του.
Ο Πατριάρχης είπε στον Πνευματικό: “Αγαπητέ θα σκύψω κι έτσι θα μπορέσω να μπω και να χωρέσω στο Καλύβι σου. Στην ανάγκη θα μπω και σέρνοντας, Είναι τόσο χαμηλό;”
Ο Πνευματικός τότε είπε στον Πατριάρχη: “Παναγιώτατε, αν έσκυβες τον αυχένα σου, θα ήσουνα στο θρόνο σου τώρα!”.
Ο Πατριάρχης Ιωακείμ όταν άκουσε αυτά, έμεινε εμβρόντητος κι όταν έμαθε πως ο Πνευματικός δεν ήξερε την ιδιότητα του, όπως ομολογούσε ο ίδιος, πολύ ωφελήθηκε παίρνοντας ένα μάθημα ταπεινώσεως. Ο δε Πνευματικός, λέγουν, πως ήταν ο περιβόητος για την αρετή και το προορατικό και διορατικό του χάρισμα παπα-Γρηγόρης, που έμενε στα ησυχαστικά Καλύβια της Μικρής Αγίας Άννης.
Απόσπασμα από το βιβλίο “Το Γεροντικό του Αγίου Όρους”, Ανδρέου Μοναχού Αγιορείτου (Εκδόσεις Άθως)

Συναξαριστής 20ης Σεπτεμβρίου



Μεγαλομάρτυρος Ευσταθίου (†118) και της συνοδείας αυτού: (1)Θεοπίστης, Αγαπίου και Θεοπίστου. Μαρτύρων Αρτεμιδώρου και Θαλλού. Οσιομαρτύρων Ιωάννου του Αιγυπτίου και Ιλαρίωνος του Κρητός (†1804). Μαρτίνου πάπα Ρώμης, Υπατίου επισκόπου, Ανδρέου πρεσβυτέρου, Αναστασίου, Θεοδώρου, Ευπρεπίου καί Μαξίμου του σοφωτάτου. Οσίων Μελετίου επισκόπου Σίτης και Ιωάννου του εν Κρήτη. Ιλαρίωνος Κρητός († 1804).
Ήταν αρχικά ειδωλολάτρης και ονομαζόταν Πλακίδας. Διετέλεσε αρχιστράτηγος στο ρωμαϊκό στρατό επί αυτοκρατορίας Τραϊανού. Όταν ο Χριστός παρουσιάσθηκε μπροστά του μια μέρα στο δάσος με τη μορφή ελαφιού, ο Ευστάθιος πίστεψε και βαπτίσθηκε μαζί με τη σύζυγό του Θεοπίστη και τα παιδιά τους Αγάπιο και Θεόπιστο. Μόλις πληροφορήθηκε ο αυτοκράτορας ότι ο αξιωματικός του έγινε χριστιανός, τον απέμπεψε από το στρατό και τον εξόρισε μαζί με την οικογένειά του. Μάλιστα, στο δρόμο για την εξορία τον χώρισαν από τη σύζυγό του και τα παιδιά του. Έπειτα από κάποια χρόνια, ο Τραϊανός χρειάσθηκε ξανά την πολύτιμη προσφορά του Ευσταθίου και τον ανακάλεσε στο στράτευμα του. Οι πολεμικές ικανότητες του Αγίου χάρισαν στον αυτοκράτορα μεγάλες νίκες. Μάλιστα ο Ευστάθιος σε μια από τις εκστρατείες του βρήκε ξανά την οικογένειά του, η οποία όλα αυτά τα χρόνια είχε περάσει πολλές κακουχίες. Λίγο καιρό αργότερα ο Ανδριανός, διάδοχος του Τραϊανού, ζήτησε από τον Ευστάθιο να παραστεί σε θυσία που θα γινόταν σε ειδωλολατρικούς θεούς. Ο Ευστάθιος αρνήθηκε και ο αυτοκράτορας διέταξε να τον θανατώσουν, κλείνοντάς τον σε πυρακτωμένο χάλκινο βόδι.

Ο Πατήρ Γεώργιος ο Αναχωρητής


Ο Πατήρ Γεώργιος γεννήθηκε στην Συκιά της Σιθωνίας γύρω στο 1922. Το όνομα του το κοσμικό ήταν Ιωάννης. Γεώργιος μετονομάσθηκε δια του Αγγελικού Σχήματος, όταν αναγεννήθηκε πνευματικά στην γειτονική χερσόνησο του Άθωνα, στο Περιβόλι της Παναγίας.
Ο Πατήρ ζούσε σαν πραγματικό πετεινό του ουρανού μέσα στο Άγιον Όρος, κάτω από τον ουράνιο τρούλο του Θεού, γιατί δεν είχε Καλύβι, όπως οι άλλοι Πατέρες. Ελευθερωμένος λοιπόν από την ματαιότητα με την αρετή της ακτημοσύνης και σκλαβωμένος από την αγάπη του Θεού, γύριζε στον Άθωνα σαν “καλό αλητάκι” του Χριστού. Όλη του η περιουσία ήταν τα τριμμένα ρούχα που φορούσε, τα ίδια χειμώνα – καλοκαίρι. Στα δε πόδια του είχε τυλιγμένα φαρδιά κουρέλια για κάλτσες, για να μη κατεβαίνη κάτω το λίγο αίμα του από την ορθοστασία στην προσευχή και από τις πορείες του στις κορυφές και λαγκαδιές, όπου πήγαινε, για να μένει άγνωστος από τους ανθρώπους. Η μεν ψυχή του όλο ενωνόταν με τον Θεό, τα δε ρούχα του όλο και κουρελιάζονταν, αλλά φαίνονταν σαν φτερά, γιατί ο Γέροντας είχε Χάρη Θεού.
Όταν κανείς τον έβλεπε από μακριά τον Πατέρα Γεώργιο μέσα στα βάτα να τρώει βατόμουρα, τον νόμιζε για κάνεναν μεγάλο αετό. Το μεν καλοκαίρι περνούσε κάπως με κανένα βατόμουρο ή συκοστάφυλο, αλλά τον χειμώνα, που δεν υπήρχε τίποτε σχεδόν, ήταν δύσκολα, διότι τα κούμαρα και τα αγριοκάστανα τελειώνουν κατά τον Νοέμβριο και στην συνέχεια μένουν τα βελάνια και κανένα χόρτο. Φαγητό έτρωγε μόνο στα Πανηγύρια των Μονών της Βορειοανατολικής πλευράς του Αγίου Όρους, όπου εμφανιζόταν κατά καιρούς. Συνήθως πήγαινε από την προπαραμονή της εορτής και βοηθούσε στο Μαγειρείο και γενικά στα καθαρίσματα της Μονής. Όλοι, φυσικά, τον διέταζαν με πολύ ευκολία, γιατί τον θεωρούσαν για καθυστερημένο στα μυαλά, αλλά, όταν τον γνώριζε κανείς από κοντά, έβλεπε τον εαυτό του καθυστερημένο και τον Πατέρα Γεώργιο θεοφώτιστο.
Προθυμότατος πάντα να κάνει τα θελήματα όλων. Πότε τον φώναζε ο ένας: “Γιώργη έλα εδώ” και πότε ο άλλος: “Γιώργη έλα εδώ”. Εκείνος έλεγε: “Ναναι ευλογημένο!” και έτρεχε. Αυτό γινόταν από το πρωί μέχρι το βράδυ. Κανείς δεν τον έλεγε “Πάτερ Γεώργιε”, αλλά “Γιώργη”. Παρόλο που ήταν κατάκοπος απο την δουλειά, δεν πήγαινε στο Αρχονταρίκι (Ξενώνα) για να ξεκουρασθεί το βράδυ, αλλά πλάγιαζε λίγο έξω στον Νάρθηκα, τεντωμένος σαν νεκρός επάνω στα μάρμαρα με σταυρωμένα τα χέρια. Αυτό ήταν το τυπικό του χειμώνα – καλοκαίρι και με τα ίδια ρούχα πάντα.
Όλες οι εποχές για τον Πατέρα Γεώργιο ήταν ίδιες, γιατί ζούσε πια στις παραδεισένιες συνθήκες, και η αγάπη του Θεού άλλοτε τον θέρμαινε και άλλοτε τον δρόσιζε. Εκεί που τον έβλεπε κανείς ξαπλωμένο, απότομα σαν να γινόταν συναγερμός, πετιόταν και προσευχόταν όρθιος, ακίνητος ώρες, λες και ήταν άγαλμα.
Όταν τον πρωτογνώρισα στο Κοινόβιο, ως αρχάριος, επειδή είχα κριτήρια κοσμικά, τον νόμισα για τρελό, όπως και όλοι οι κοσμικοί και ορισμένοι Πατέρες. Κάποτε μάλιστα, είπα κι εγώ ότι είναι τρελός, αλλά όταν με άκουσε ο Πατής Γερμανός, ο γεροντότερος και εναρετότερος της Μονής, μου έκανε αυστηρή παρατήρηση και μου είπε:
Αυτός είναι Άγιος, αλλά κάνει τον δια Χριστόν σαλό.
Από εκείνη τη στιγμή και μετά τον είχα σε πολλή ευλάβεια. Τον παρακολουθούσα και το διεπίστωσα και μόνος μου ότι είχε πράγματι αγιότητα.
Στα Μοναστήρια που πήγαινε, αφού κοινωνούσε, παρέμενε μέχρι το απόγευμα της εορτής, για να βοηθήσει, και μετά έφευγε χωρίς να πάρει καμιά ευλογία. Γι'αυτό δεν κρατούσε ούτε τουρβά ούτε και τσέπες είχε, αλλά ζούσε σαν πουλί μέσα στο Περιβόλι της Παναγίας. Τέτοια μεγάλη αυταπάρνηση δεν είχε ιδεί ποτέ σε άλλον Πατέρα!
Ο Πατήρ Γεώργιος είχε εγκαταλειφθή τελείως στα χέρια του Θεού, γι'αυτό ένιωθε την μεγάλη σιγουριά που του έδινε ο Χριστός και χαρά άφθονη, την οποία δεν μπορούσε να χωρέσει. Η φτερουγισμένη του καρδιά από τον θείο έρωτα τον έκανε να γυρίζει στα βουνά, δηλαδή “είχε πάρει τα βουνά” αλλά με την καλή έννοια. Πάντοτε ήταν χαρούμενος.
Πολλές φορές έλεγε και μερικά πράγματα, τα οποία όσοι δεν τα καταλάβαιναν, τα θεωρούσαν για ασυναρτησίες, αλλά είχαν το νόημα τους. Όταν καμιά φορά έβλεπε ανθρώπους, που μπορούσαν να υποψιασθούν την ασκητικότητα του, έλεγε:
Φαΐ – ζωή, νηστεία – θάνατος, φαΐ – ζωή, νηστεία – θάνατος...
Φυσικά όποιος το άκουγε αυτό, σχημάτιζε την γνώμη οτι είναι γαστρίμαργος. Την ίδια εντύπωση έδινε και στους ανθρώπους, όταν τύχαινε και έτρωγε στην τράπεζα, γιατί έτρωγε επίτηδες με λαίμαργο τρόπο. Εάν μάλιστα είχαν αυγό στην τράπεζα, πασαλειβόταν και, όπως δεν πλενόταν ποτέ, έδινε την εντύπωση οτι τρώει όλο αυγά.
Εάν τον ρωτούσε κανείς για πνευματικά θέματα, απαντούσε πολύ φωτισμένα και όταν έβλεπε οτι τον θαυμάζουν, τότε άρχισε μερικά μπερδεμένα και θόλωνε τα νερά. Πολύ τόνιζε την ταπείνωση και την υπακοή. Γι 'αυτό παρόλο που ήταν υποταγμένο το φρόνημα του στο θέλημα του Θεού και στα θελήματα των άλλων, αισθάνθηκε και πάλι την ανάγκη της αγίας υποταγής και ξαναϋποτάχθηκε σε έναν Γέροντα, ο οποίος είχε πάθει στα μυαλά από μηνιγγίτιδα, με σκοπό να τον υπηρετήση και να κόψη το θέλημα του πιο καλά με τις αδιακρισίες του Γέροντα του.
Για πρώτη φορά είχε ιδεί τον Πατέρα Γεώργιο με τουρβά, το διάστημα εκείνο που έμενε μαζί με το άρρωστο Γεροντάκι ως υποτακτικός. Τελικά τον έδιωξε ο Γέροντας. Πήρε πάλι λίγο μισθό υποταγής και ξαναπήρε τα βουνά.
Όσο περνούσαν τα χρόνια, όλο και περισσότερο ωρίμαζε ο Πατήρ Γεώργιος και ορισμένοι άρχισαν να τον παίρνουν μυρωδιά, γι' αυτό και εκείνος έκανε αταξίες και μάλιστα επίσημες.
Κάποτε είχε ιδεί έναν χωροφύλακα να παραφέρεται και του έδωσε δυο – τρεις ξυλιές ο Πατήρ Γεώργιος. Αυτό φυσικά, έφθανε για να σχηματίσουν την εντύπωση οτι είναι τρελός και τον πήγαν στο Τρελοκομείο. Τον εξέτασαν καλά οι γιατροί αλλά δεν του βρήκαν τίποτα και τον έδιωξαν αμέσως. Αυτό όμως ήταν αρκετό για να πάρει το “δίπλωμα” του τρελού ο Πατήρ Γεώργιος και έτσι στην συνέχεια κινείτο με μεγαλύτερη άνεση.
Με αυτόν τον άγιο τρόπο ο άνθρωπος του Θεού κοροΐδεψε την ματαιότητα του κόσμου. Τώρα δεν ξέρουμε που βρίσκεται! Προσπάθησα να μάθω, αλλά είναι άγνωστο! Έφυγε στον ουρανό; Ζή ακόμη; Πάντως χάθηκαν τα ίχνη του! Την ευχή του να έχουμε. Αμήν.
Απόσπασμα από το βιβλίο του Γέροντος Παϊσίου “Αγιορείτες Πατέρες και Αγιορείτικα”

Ο Παπα Φιλάρετος ο Ηγούμενος της Ι.Μ. Κωνσταμονίτου


Οι πατέρες της Ι.Μ Κωνσταμονίτου πολλά έχουν φυσικά, να γράψουν για τον Άγιο Γέροντα τους, διότι τον έζησαν από κοντά πολλά χρόνια. Από μακριά εγώ λίγα γνώριζα, αλλά θα ήταν αδικία, εάν δεν ανέφερα καθόλου τον Άγιο Γέροντα, διότι διακρινόταν για τις αρετές του ανάμεσα στους άλλους Πατέρες και Ηγουμένους της εποχής του και ήταν ξακουστός.
Κάποτε λοιπόν είχε επισκεφθεί την Ι. Μονή Κωνσταμονίτου ένας έφεδρος Αξιωματικός κατά το 1950. Ο Παπά – Φιλάρετος τον φώναξε από μακριά με το όνομα του και του είπε και μια περιπέτεια που είχε, τον συμβούλευσε και τον παρηγόρησε. Ο Αξιωματικός τα'χασε! Είχε συγκλονισθεί από το διορατικό χάρισμα του Γέροντα και του είπε με ευλάβεια:
Γέροντα θα γίνω Μοναχός, μόλις απολυθώ
Ο πατήρ απάντησε:
Να γίνεις παιδί μου, αλλά όχι σ'αυτό το Μοναστήρι, γιατί θα σου συμβεί πειρασμός μετά από τρία χρόνια με τον Γραμματέα.
Ο Γέροντας προέβλεπε και μετά από τρία χρόνια έναν πειρασμό που θα συναντούσε!
Όταν λοιπόν ο αξιωματικός απολύθηκε από τον Στρατό ο Παπα – Φιλάρετος τον συμβούλευσε και τον έστειλε σε άλλη Μονή, όπου και έγινε Μοναχός. Αλλά κάθε μήνα πήγαινε και συμβουλευόταν τον άγιο Γέροντα. Μια μέρα που τον είχε επισκεφθεί, τον βρήκε καθισμένο σε μια άκρη του κελλιού του τον Παπα-Φιλάρετο να πιάνει το κεφάλι του. Ο Πατήρ Ανανίας ( ο πρώην αξιωματικός) με πόνο τον αγκάλιασε και τον ρώτησε:
Τί έχεις Γέροντα; Τί έπαθες;
Και ο Γέροντας απήντησε στενοχωρημένος:
Τέκνον μου, Ανανία, ουδένα πειρασμό είχα σήμερα, εγκατέλειψις Θεού!
Ο Αθλητής του Χριστού Παπα – Φιλάρετος ήθελε να παλεύει κάθε μέρα με τους πειρασμούς για να στεφανώνεται από τον Χριστό!
Άλλη φορά πάλι είχε ιδεί έναν λαϊκό και του λέει:
Ε κακομοίρη μου, εσύ δεν πάσχεις από σωματική αρρώστια. Άδικα καταξοδεύτηξες στους γιατρούς. Εσένα ο σερσέμης (δηλ. ο δαίμονας) σε βασανίζει.
Εκείνος του είπε:
Κάνε προσευχή Γέροντα, να απαλλαχτώ
Και ο Παπα – Φιλάρετος του απάντησε:
Θα κάνω εγώ προσευχή παιδί μου αλλά και εσύ να νηστέψης, γιατί έτσι μόνο φεύγει το δαιμόνιο, με νηστεία και προσευχή, το είπε ο Χριστός μας.
Ο βασανισμένος άνθρωπος έκανε υπακοή και έγινε καλά με την νηστεία που έκανε ο ίδιος και την νηστεία και προσευχή του Αγίου Γέροντα.
Στα τελευταία του πια ο Παπά – Φιλάρετος είχε ωριμάσει πνευματικά και γνώριζε όχι μόνο τις καρδιές και τους λογισμούς των ανθρώπων, αλλά ακόμη και στις τσέπες τι είχαν!
Μια μέρα είχε περάσει από τη Μονή Κωνσταμονίτου ένας Κληρικός, να πάρει την ευχή του Γέροντα και να τον συμβουλευτεί. Ήθελε να μείνει στο Άγιον Όρος. Ο Παπα – Φιλάρετος, αφού του απήντησε στα θέματα που του ανέφερε, και σε άλλα, πριν να του τα πει ο Κληρικός, του είπε και τι να κάνει τα χρήματα που είχε στις τσέπες του, και το ποσό ακριβώς των χρημάτων που είχε! Ο Κληρικός τα 'χασε και δόξασε τον Θεό, που γνώρισε Γέροντα και στην εποχή μας σαν τους Γεροντάδες της παλιάς εποχής!
Όταν πια γέρασε ο Παπα – Φιλάρετος αρρώστησε λίγο γιατί οι σωματικές του δυνάμεις τον είχαν εγκαταλείψει. Οι Πατέρες της Μονής από αγάπη τον ανάγκασαν να πάει σε Νοσοκομείο στη Θεσσαλονίκη, για να εξετασθεί. Ο Γέροντας δεν κατάλαβε πως βρέθηκε στο Νοσοκομείο γιατί ήταν ζαλισμένος και από το ταξίδι, εκτός από την εξάντληση που είχε. Όταν συνήλθε, βλέπει για μια στιγμή να έρχονται οι νοσοκόμες και να τον πλησιάζουν. Ο Παπα Φιλάρετος μόλις τις είδε στα άσπρα ντυμένες και με εκείνα τα καπελάκια, νόμιζε οτι είναι Άγγελοι με φωτοστέφανα και από ευλάβεια έκρυβε το πρόσωπο του με το σεντόνι. Όλοι γύρω του τα 'χασαν και θαύμασαν για την καθαρότητα του Γέροντα! Ο Προηγούμενος Συμεών ο Φιλοθεΐτης ήταν και αυτός δίπλα του τότε, ο οποίος και μου το διηγήθηκε.
Τον μετέφεραν μετά στην Μετάνοια του, και ανεπαύθη εν Κυρίω. Την ευχή του να έχουμε. Αμήν
Από το βιβλίιο του Γέροντος Παϊσίου "Αγιορείτες Πατέρες και Αγιορείτικα"

Κυριακή 19 Σεπτεμβρίου 2010

Ο Γερο Κόσμάς ο Παντοκρατορινός (ο Αμπελικός)


Ο Γερο Κοσμάς γεννήθηκε στο Αγγελοχώρι της Θράκης το 1897. Το κοσμικό του όνομα ήταν Κλεάνθης και η ζωή του ήταν καλογερική και από τον κόσμο. Ασκήτευε στο κτήμα του κάνοντας παρόμοια εργασία (ήταν κηπουρός). Εργαζόταν και εκεί την αγάπη πάλι για τους άλλους και μάζευε συνέχεια αγάπη από τον Χριστό. Έκανε δηλαδή πολλές ελεημοσύνες και βοηθούσε συνήθως εκείνους που είχαν τάση να κλέβουν, όταν είχαν ανάγκη, για να τους προφυλάξει από το θανάσιμο αμάρτημα της κλοπής και από άλλα χειρότερα...
Μια φορά, ένας μικρός, ο οποίος μου το διηγήθηκε μεγάλος πια, πήγε στον κήπο του, για να αγοράσει κηπουρικά και άλλα πράγματα από τα καταστήματα. Μόλις έφθασε στον κήπο, τί να ιδή! Τα χρήματα τα είχε χάσει. Άρχισε να κλαίει ο μικρός και να φέρνει κακές σκέψεις και λύσεις γιατί φοβόταν το γερό ξύλο που τον περίμενε από τη μάνα του.
Αφού τον καθησύχασε τον μικρό ο τότε Κλεάνθης, του λέει:
Θυμάσαι παιδί μου, πόσα χρήματα σου έδωσε η μάνα σου και τι σου είπε να αγοράσεις;
Ναι, απήντησε ο μικρός
Του έδωσε λοιπόν τα κηπουρικά, του έδωσε και τα ρέστα και του λέει:
Μη στενοχωρείσαι καθόλου, αλλά να προσέχει άλλη φορα.
Τέτοια και άλλα έκανε στον κόσμο, όταν ζούσε στην πατρίδα του.
Γύρω στο 1914 έφυγε από τον κόσμο και άφησε τον αδελφό του και τον κήπο του και ήλθε στο Περιβόλι της Παναγίας να αγωνιστή μαζί με πνευματικούς αδελφούς. Εκάρη Μοναχός το 1915. Παρέμεινε δε στην Ι. Μονή Σταυρονικήτα μέχρι το 1924 και με την αλλαγή του Ημερολογίου, έφυγε τον επόμενο χρόνο και κοινοβίασε στην Ι. Μονή του Παντοκράτορος. Εκεί παρακάλεσε τους Πατέρες να μένει έξω της Μονής, στην Αμπελικιά που ήταν κοντά στη μετάνοια του. Είχε ασκητέψει και σε άλλα μέρη του Αγίου Όρους μέχρι το 1939. Αλλά από το 1939 και στη συνέχεια αγωνιζόταν πια στην Αμπελικιά. Όλη μέρα δουλειά και ευχή αδιάλειπτη. Το σώμα του το είχε τελείως παραμελημένο, διότι όλη την προσπάθεια του την είχε στρέψει στην επιμέλεια της ψυχής του. Τα ρούχα του ήταν λασπωμένα από τον ιδρώτα και το χώμα. Σε μια άκρη στο πάτωμα είχε κάτι παλιές κουβέρτες, όπου πλάγιαζε, οι οποίες είχαν τόσο πολύ χώμα, που, εάν έριχνες σπορίδια, θα φύτρωναν.
Ενώ εργαζόταν πολύ σκληρά και αγωνιζόταν και στα πνευματικά φιλότιμα, περνούσε με λίγη λιτή τροφή, χόρτα, κανένα ξηρό καρπό και παξιμάδι. Τα χρήματα που δίνουν στα Ιδιόρρυθμα για τα διακονήματα, από τα οποία συντηρούνται οι Πατέρες, ο Γερο – Κοσμάς δεν τα έπαιρνε και τους έλεγε:
Να τα κρατήστε, Γεροντάδες, θα τα πάρω αργότερα όλα μαζεμένα
Εκείνοι νόμιζαν οτι θα τα έπαιρνε στα γεράματα του, αλλά ο Γερο-Κοσμάς εννοούσε στην άλλη ζωή. Επίσης τις “κουμπάνιες”, δηλαδή τα τρόφιμα κλπ, που του έδινε η Μονή, τα μοίραζε ευλογία στα Γεροντάκια της Καψάλας. Εάν κανένα Γεροντάκι δεν τα δεχόταν, την άλλη φορά, που θα πήγαινε ο Γερο-Κοσμάς του έλεγε:
Γέροντα, σου έφερα μερικά πράγματα για πούλημα και του τα έδινε σχεδόν δωρεάν.
Έτσι του ανέπαυε το λογισμό και τα ελάχιστα εκείνα χρήματα τα έδινε σε άλλον ευλογία. Με αυτές τις επαφές με τους Πατέρες βοηθιόταν και ο ίδιος πνευματικά από τις συμβουλές τους. Άλλες επαφές δεν είχε, εκτός όταν εκκλησιαζόταν και κοινωνούσε. Τον έβλεπε κανείς πάντοτε κάτω από τα κλήματα να καθαρίζει τις αγριάδες και με την αδιάλειπτη ευχή να καθαρίζει με δάκρυα την ψυχή του. Ήταν κοντούλης και ηλιοκαμένος, αλλά έλαμπε φορές – φορές το πρόσωπο του. Αυτό το είδα με τα μάτια μου, αλλά και άλλοι Πατέρες μου το είπαν. Την τελευταία φορά που τον είδα, μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση, γιατί την ώρα που τον ρωτούσα για κάτι, άστραψε πάλι το πρόσωπο του πιο πολύ και με θάμπωσε ο Γερο-Κοσμάς!
Αυτή ήταν και η τελευταία συνάντηση.
Το 1970, στις 13 Απριλίου, πέταξε από το Περιβόλι της Παναγίας σαν Άγγελος στους Ουρανούς ο Γερο – Κοσμάς από το Αγγελοχώρι της Θράκης. Τξην ευχή του να έχουμε. Αμήν
(Απόσπασμα από το βιβλίο του Γέροντος Παϊσίου “Αγιορείτες Πατέρες και Αγιορείτικα)

Τετάρτη 1 Σεπτεμβρίου 2010

Ο κρυμμένος Γέροντας (+1862)



Ένας Ρώσος ερημίτης, ο μεγαλόσχημος μοναχός Μακάριος, ο οποίος έζησε σε σπηλιά της Κερασιάς και εκοιμήθη το έτος 1888, διηγήθηκε τα εξής:
Ο π. Αρσένιος δασάρχης της Μεγίστης Λαύρας προς εισέλθη στον μοναχισμό ήταν επί δεκαοκτώ χρόνια αρχηγός των σερδάρηδων και μερικά χρόνια τσοπάνης. Εγνώριζε λοιπόν όλα τα μονοπάτια των αγιορείτικων δασών για αυτό όταν πήγε στην Λαύρα, του ανέθεσαν το διακόμημα του δασάρχου. Ο π. Αρσένιος ανταποκρίθηκε στην διακονία του. Όταν επιτηρούσε το δάσος έμαθε για τον κρυμμένο ερημίτη και σε δεδομένη συζήτηση έκανε λόγο περί αυτού στον π. Μακάριο.
Το έτος 1861, προ του Πάσχα, ο π. Αρσένιος ήλθε στον π. Μακάριο και τον ερώτησε αν είχε αναγκαία τρόφιμα για την εορτή. Όταν έμαθε οτι δεν είχε τίποτε, του εξήγησε οτι εκείνες τις ημέρες έρχονται πλοιάρια από ένα νησί του αρχιπελάγους, φορτωμένα με λάδι, τυρί, αυγά και άλλα και τον παρεκίνησε να κατέβη στην Λαύρα για να προμηθευθή ο,τι χρειάζεται. Ο π. Μακάριος απάντησε οτι δεν έχει χρήματα και εκείνος του υποσχέθηκε οτι θα πληρώση ο ίδιος. Με μια λέξη τον έπεισε να ξεκινήσει μαζί του αλλά καθ' οδόν ο π. Μακάριος άρχισε να τον ερωτά μήπως γνωρίζη κάποιον από τους ερημίτας οι οποίοι ζουν κρυμμένοι, εφ'όσον επί τόσα χρόνια ήταν δασάρχης και παλαιότερα σερδάρης και τσοπάνης. Τότε ο π. Αρσένιος του είπε:
Αν παίρνεις επάνω σου την αμαρτία του όρκου, θα σου πω.
Εκείνος δέχθηκε, λέγοντας πως, όταν εμφανισθή ο κρυμμένος Γέροντας αμέσως θα του πη ότι υπεύθυνος είναι ο ίδιος.
Έτσι από την Μολδαβική Σκήτη προχώρησαν προς τη Λαύρα. Στο μέσον της διαδρομής ο δασάρχης έστριψε δεξιά και τον καθωδηγούσε δια μέσου δυσβάτου περιοχής, εξηγώντας που ζη και πως μπορεί να τον βρη. Αμφέβαλλε όμως εάν ο π. Μακάριος θα μπορέση να κατεβή σ'εκείνο το φαράγγι, όπου ζούσε ο κρυμμένος Γέροντας. Συζητώντας πλησίασαν στην χαράδρα. Από τις τρεις πλευρές απόκρημνοι βράχοι έφθαναν ως κάτω σαν σε τάφο και κάθοδος δεν υπήρχε πουθενά. Τότε ο π. Αρσένιος είπε:
Να, αν μπορής, να κατεβής πήγαινε. Όταν φθάσης ως το πλάτωμα, κοίταξε κατ'ευθείαν κάτω από τον βράχο και εκεί θα διακρίνεις την κατοικία του
Ο π. Μακάριος άρχισε να κατεβαίνη. Αργότερα έλεγε οτι αν είναι δύσκολο να αναρριχηθεί κανείς στους βράχους της κορυφής του Άθωνα για να κόψη αμάραντα λουλούδια εδώ είναι ασυγκρίτως δυσκολότερα.
Στην αρχή τον εμπόδιζαν τα παπούτσι και τα πέταξε κάτω. Κατόπιν έριξε το ράσο, που επίσης τον δυσκόλευε να περάσει ανάμεσα στους βράχους. Σιγά σιγά πλησίασε στους πρόποδες και εκεί, στον βράχο, βρήκε τα πράγματα του ασκητού. Στάθηκε σε επίπεδο μέρος, κοίταξε γύρω και κάτω από τον βράχο ανακάλυψε την καλύβα. Δίπλα της ήταν φυτευμένες τρεις ελιές και μια συκιά. Πλησιάζοντας, είδε και τον ίδιο τον Γέροντα να κάθεται απ'έξω, που μόλις αντελήφθη τον επισκέπτη σταυροκοπήθηκε, έπτυσε και γρήγορα κλείσθηκε στην καλύβα.
Ο π. Μακάριος είχε ακούσει από τον π. Αρσένιο οτι ο άγνωστος ασκητής , εκτός από ελληνικά, βουλγαρικά και ρωσικά γνωρίζει επίσης τουρκικά και γαλλικά. Προχώρησε ως το κελλί, είπε: “Δι'ευχών των Αγίων Πατέρων....” και άρχισε να κτυπά την πόρτα. Ο ερημίτης για αρκετή ώρα δεν απαντούσε. Ο π. Μακάριος όταν αντελήφθη οτι τον θεωρεί ως διάβολο, άρχισε να τον διαβεβαιώνη οτι είναι χριστιανός και μάλιστα μοναχός.
Και τί χρειάζεσαι; ρώτησε τελικώς ο ερημίτης σε καθαρή ρωσική γλώσσα.
Ήλθα να σε δώ
Ποιος σε ωδήγησε εδώ, ο Θεός ή ο δαίμονας;
Ο Θεός, απήντησε ο π. Μακάριος
Από που ξέρεις οτι είναι ο Θεός; Μπορεί να είναι ο διάβολος.
Ο Θεός, είπε αναστατωμένα ο π. Μακάριος
Ο ερημίτης συνέχισε να τον παρακαλή να φύγη από εκεί, διότι θα του ήταν ανώφελο. Ο π. Μακάριος απήντησε επίμονα οτι θα πεθάνει δίπλα στο κελλί αλλά δεν θα φύγει, μαζί του δεν ειχε ούτε υποδήματα, ούτε ψωμί.
-Τί ενοχλητικός και πεισματάρης άνθρωπος είσαι, είπε ο ερημίτης. Δεν έχω ξαναδεί τέτοιον.
Εν τω μεταξύ ο π. Μακάριος παρακαλούσε συνεχώς να του ανοίξει.
Ω ξέρω ποιος σου είπε, συνέχισε ο Γέροντας, κακός άνθρωπος είναι αυτός!
Δεν είναι δική του η ενοχή. Γέροντα, εγώ είμαι ο ένοχος
Φύγε από εδώ, σε παρακαλώ, φύγε!
Δεν θα φύγω, θα καθίσω δίπλα στην πόρτα σου ως το Πάσχα και εδώ θα πεθάνω. Δεν θα φύγω ώσπου να σε δω!
Πες το “Θεοτόκε Παρθένε...” είπε τέλος ο Γέροντας.
Και όταν ο μοναχός είπε την προσευχή, ο Γέροντας άνοιξε την πόρτα λέγοντας:
Λοιπόν τί θέλεις από εμένα;
Ευλόγησον πάτερ, είπε ο π. Μακάριος και έπεσε μπροστά στα πόδια του Γέροντος.
Ο Θεός να σε ευλογήσει, απήντησε αυτός και κάθισε στο κατώφλι καλώντας και τον π. Μακάριο να καθίσει.
Πέρασε περίπου μια ώρα με σιωπή και μετά ο Γέροντας σηκώθηκε λέγοντας:
Πήγαινε τώρα από εκεί που ήλθες!
Εγώ θα ήθελα πάτερ, να ακούσω από σένα κάποιον λόγο για να ωφεληθώ, παρεκάλεσε ο π. Μακάριος
Και τί να σου πω; Εγώ είμαι άνθρωπος αμαρτωλός. Εκτός αυτού, τίποτε δεν ξεύρω. Βλέπεις ζω σαν το φίδι, που κρύβεται από τους ανθρώπους στην τρύπα του. Έτσι μένω και εγώ σ'αυτήν την τρύπα.
Πάντως, κάτι θα γνωρίζης και αν το πεις ίσως να είναι ωφέλιμο για μένα.
Που ζεις; Ποιος είναι ο πνευματικός σου; ρώτησε ο Γέροντας, βλέποντας την απλότητα του π. Μακαρίου.
Ζω σε μια σπηλιά της Κερασιάς και πνευματικός μου είναι ο π. Νήφων ο Καυσοκαλυβίτης.
Και ποιο είναι το εργόχειρο σου;
Κατασκευάζω κουτάλια
Τί είδους;
Συνηθισμένα και με “ευλογία”, δηλαδή με σχεδιασμένο χέρι που ευλογεί
Να αν θέλεις να με ακούσεις, μην κάνεις πλέον κουτάλια με “ευλογία”.
Και γιατί; Τέτοια κουτάλια αγοράζουν περισσότερο και στο Ρωσικό και στο Σεράι
Ας αγοράζουν, εσύ να μην κατασκευάζεις
Δεν ξεύρω, είπε σκεπτικός ο π. Μακάριος. Να στο Ρωσικό υπάρχει έμπειρος πνευματικός ο π. Ιερώνυμος, ο οποίος χωρίς αντίρρηση παίρνει αυτό το είδος.
Ο π. Ιερώνυμος, παρατήρησε ο Γέροντας, είναι πράγματα έμπειρος πνευματικός στην διοίκηση της αδελφότητας του, αλλά σε λεπτομέρειες δεν δίδει σημασία. Έτσι δεν βλέπει οτι τέτοια κουτάλια δεν πρέπει να γίνονται, επειδή μπορεί να πέσουν σε χέρια απίστων και αιρετικών, που ενδεχομένως να χλευάσουν την σχεδιασμένη ευλογία, Αλλά και σε ορθόδοξη οικογένεια, το κουτάλι δεν είναι εικόνα ή σταυρός. Μπορεί λοιπόν να χρησιμοποιηθεί ως παιχνίδι ή με αυτό ο πατέρας α κτυπήσει το άτακτο παιδί ή είναι δυνατόν να πεταχθεί κάπου μαζί με άχρηστα αντικείμενα. Και όταν σε εκείνο το κουτάλι ευρίσκωνται δύο σταυροί, ο ένας ο οποίος αντιπροσωπεύει την ίδια την “ευλογία” και ο δεύτερος χαραγμένος στο μανίκι του χεριού που ευλογεί, σημαίνει οτι και οι δύο θα ατιμασθούν και αυτό είναι αμαρτία!
Ο π. Μακάριος υποσχέθηκε οτι στο μέλλον δεν θα κατασκευάζει πλέον τέτοια κουτάλια. Επιθυμούσε μάλιστα κάτι ακόμη να ρωτήσει τον Γέροντα, αλλά δεν γνώριζε πως. Τέλος είπε:
Εσύ πάτερ ποιας καταγωγής είσαι;
Εγώ είμαι από όλα τα γένη, απήντησε ο Γέροντας χωρίς να το θέλει
Μήπως είσαι Ρώσος;
Όχι είμαι Βούλγαρος
Και από που γνωρίζεις τόσο καλά τα Ρωσικά;
Έζησα στην Μορφονού, κοντά σε έναν Ρώσο ιερομόναχο. Έζησα επίσης στην Σκήτη της Αγίας Άννης, στα Καυσοκαλύβια και στην Προβάτα. Εν συντομία περιήλθα διάφορα μέρη και τέλος ο Κύριος μου απεκάλυψε αυτόν τον τόπον όπου ζω ήδη δεκαέξι χρόνια.
Και πόσο έζησες σ'όλα αυτά τα μέρη;
Νομίζω περισσότερα από ογδόντα χρόνια. Από τότε που ήλθα στο Άγιον Όρος δεν βγήκα ποτέ στον κόσμον.
Και πόσο χρονών είσαι;
Εκατόν δεκαοκτώ
Με τί τρέφεσαι και από που προμηθεύεσαι ενδύματα και όλα τα αναγκαία;
Έχω αδελφό, ο οποίος έγινε μοναχός από τον ίδιο μ'εμένα γέροντα και είναι ηγούμενος σε ένα νησί. Αυτός, όταν έρχεται με πλοιάριο, κάθε τρεις μήνες μου αφήνει ο,τι χρειάζομαι.
Στο τέλος ο π. Μακάριος ρώτησε αν μπορεί να τον επισκεφθεί πάλι.
Εκείνος του απάντησε οτι ακόμη και αν το αποφασίσει δεν θα τα καταφέρει. Με αυτά αποχωρίσθηκαν.
Και πράγματι, όταν ο π. Μακάριος μετά από αρκετό καιρό απεφάσισε να πάει, πέρασε μέσα από αδιάβατους θάμνους έσχισε τα ρούχα και τα παπούτσι αλλά εκείνο το μέρος δεν το βρήκε. Το επόμενο έτος παρεκάλεσε τον π. Αρσένιο, ο οποίος τότε τον είχε επισκεφθεί να τον οδηγήσει εκεί. Αυτός του εξεπλήρωσε την επιθυμία και ο π. Μακάριος με τις ίδιες δυσκολίες κατέβηκε ως την καλύβα του Γέροντος, ο οποίος δεν ήταν πλέον μεταξύ των ζώντων, νωπό χώμα με σταυρό μαρτυρούσε το θάνατο του. Τον έθαψε ίσως – όπως υπέθεσε ο π. Μακάριος – ο ηγούμενος που του προμήθευε τα αναγκαία.
Επειδή δεν πρόφθασε τον ερημίτη, λυπημένος προχώρησε προς την θάλασσα. Καθαρός χείμαρρος, ο οποίος έχει τις πηγές του δίπλα στην καλύβη του Γέροντος, εκβάλλει κάπου εκεί και η πρόσβασις δεν είναι δύσκολη. Στην εκβολή του χειμάρρου υπάρχει λευκός σταυρός, που προφανώς χρησίμευε ως “σινιάλο” για τον ηγούμενο.
Ο π. Αρσένιος ο δασάρχης εκτός από αυτόν εγνώριζε τρεις ακόμη κρυμμένους γέροντες, αλλά για τον τόπο της διαμονής τους σε κανέναν δεν ήθελε να πει αν και πολλοί τον παρακαλούσαν. Αυτό σημαίνει τι υπήρχαν – και ακόμη υπάρχουν – τέτοιοι ερημίτες, τους οποίους κανείς δεν ήξευρε παρά μόνο λίγοι μοναχοί, οι πλέον έμπιστοι. Να ένα παράδειγμα:
Πέντε χρόνια μετά την φυγή των Τούρκων, περίπου το 1835, οι σερδάρηδες κυνηγούσαν αγριοκάτσικα στην κορυφή του Άθωνος. Κάποια φορά, περνώντας την αυγή από τις πλαγιές, βρέθηκαν μπροστά σ'έναν γυμνό γέροντα, ο οποίος στεκόταν στην είσοδο μιας δύσκολα αντιληπτής σπηλιάς. Ξαφνιασμένοι από την ασυνήθιστη συνάντηση, άρχισαν τη συζήτηση.
Ευλόγησον πάτερ!
Ο Θεός να ευλογήσει
Πώς ζεις;
Δοξολογώντας τον Κύριο. Αλήθεια πως ζει το Άγιον Όρος;
Πολύ καλά μετά τη φυγή των απίστων Τούρκων.
Ποιών Τούρκων;
Αυτών που ζούσαν στο Άγιον Όρος κατά την Ελληνική επανάσταση
Ποια επανάσταση;
Μα δεν ξεύρεις οτι αν δέκα χρόνια δεν κυλούσε το ορθόδοξο αίμα δεν θα είχε αποτιναχθεί ο τουρκικός ζυγός;
Όχι δεν το ήξευρα. Εμείς είμαστε εδώ επτά. Πουθενά δεν πάμε και περί αυτού δεν γνωρίζουμε!
Ευλόγησον πάτερ! Είπαν οι σερδάρηδες και πήραν το δρόμο τους
Αργότερα όταν ήλθαν στην Σκήτη της Αγίας Άννης, διηγήθηκαν για τη συνάντηση τους. Τότε συγκεντρώθηκαν πολλοί πατέρες, λησμονώντας κα τα γηρατειά και την αδυναμία. Τακτοποίησαν τα ράσα τους και ξεκίνησαν τρέχοντας για να βρουν τον Γέροντα. Δεν συνάντησαν όμως ούτε αυτόν εκεί, όπου τον είχαν δει οι σερδάρηδες, ούτε και τους άλλους έξι για τους οποίους είχε μιλήσει ο ίδιος, Έλεγαν ότι ίσως είναι οι ίδιοι επτά κρυμμένοι ασκητές, τους οποίους κοινωνούσε ο γνωστός πνευματικός Χριστόφορος από το “Γιαννακόπουλο”.
Απόσπασμα από το βιβλίο “Αγιορείτες Πατέρες 2” του Ιερομονάχου Αντωνίου. Εκδόσεις Ίνδικτος

Συναξαριστής 1ης Σεπτεμβρίου 2010


Αρχή της Ινδίκτου
Συμεών ο Στυλίτης
Μάρθα
Ευανθία
Ιησούς ο Δίκαιος
Μελέτιος ο Νέος
Αγγελής ο Νεομάρτυρας
Αντώνιος ο εν Αγυιά
40 οι Παρθενομάρτυρες
Θαύμα της Θεοτόκου στη Μονή των Μιασηνών
Εύοδος, Καλλίστη, Αγαθοκλεία, Ερμογένης οι Μάρτυρες του μεγάλου εμπρησμού στην Κων/πολη
Νικόλαος
Όσιος Συμεών ο Στυλίτης ο Λέσβιος

Δευτέρα 30 Αυγούστου 2010

Σκήτη Τιμίου Προδρόμου (Μεγίστης Λαύρας)



Η Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου επονομαζόμενη και Ρουμανική, βρίσκεται σε άγονη, βραχώδη τοποθεσία στο ανατολικότερο άκρο της χερσονήσου του Άθω και σε υψόμετρο 250 μέτρων. Ανήκει στην Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας από την οποία απέχει περίπου μια ώρα.
Ήδη από τον 15ο αιώνα ήταν ονομαστό κελλί και έφερε το όνομα “Γιαννακόπουλον”. Μέχρι το 1754 δέχθηκε αλλεπάλληλες μετατροπές. Το 1772 το κελλί ανήκε σε Χίους ησυχαστές. Είχε εγκατασταθεί εδώ ο Χίος ιερομόναχος Ιωσήφ με τη συνοδεία του και κατέβαλε προσπάθειες να δώσει σ'αυτό μορφή μικρής μονής. Το κελλί γίνεται πόλος έλξης πολλών μοναχών και καθίσταται κέντρων των Χίων ησυχαστών.
Ο πρώτος Βλάχος που έρχεται να μονάσει στο κελλί είναι ο ιερομόναχος πνευματικός Ιουστίνος, ο οποίος βάζει στόχο να αυξήσει το κελλί και με θείο ζήλο προσπαθεί να το μεταρρυθμίσει σε σκήτη, που να ανήκει στην Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας. Για τον λόγο αυτό κατέβαλε αμέτρητους κόπους και υπερβολικά έξοδα.
Μετά τον θάνατο του, οι επόμενοι μοναχοί του “Γιαννακόπουλου”, αγνοούντες τις προσπάθειες του, δέχτηκαν το σπίτι σαν κελλί και έτσι συνέχισε να είναι μέχρι το 1817, όταν ο Μητροπολίτης Μολδαβίας Βενιαμίν, αποστέλλει επιστολή στη Μεγίστη Μονή της Λαύρας και κατορθώνει τον Ιούνιο του 1820 να αποσπάσει συμβόλαιο αυτής, αποτελούμενο από 13 άρθρα προς τους Μολδαβούς Γερο-Ποτάπιον και Γρηγόριον, το οποίο αναφέρεται στη μετατροπή του κελλιού σε Σκήτη Μολδαβική.
Όμως ο επόμενος χρόνος το (1821) και τα δραματικά γεγονότα που ακολούθησαν ως το 1830, γίνονται αιτία να ναυαγήσουν όλα τα σχέδια. Λόγω των ανωμάλων καταστάσεων που προέκυψαν από την έκρηξη της Ελληνικής Επαναστάσεως οι δύο ανωτέρω μοναχοί Ποτάπιος και Γρηγόριος, φέροντες μαζί τους το σημαντικό έγγραφο του Εσωτερικού Κανονισμού μετέβησαν στη Μολδαβία, στο Μοναστήρι Νεαμτζουλούη, όπου και απεβίωσαν. Εν τω μεταξύ η Κυρίαρχος Μονή παραχωρούσε το σπίτι σε διάφορους Μοναχούς σαν κελλί.
Και φθάνουμε στα 1852 όταν δύο Μολδαβοί, ο Νήφων και ο Νεκτάριος αγοράζουν από την Κυρίαρχο Μονή το κελλί με το ποσό των 7000 γροσιών. Σύντομα χάρις ελέους επισκέπτονται τη Μολδαβία, όπου πληροφορούνται οτι το έγγραφο του 1820 βρίσκεται στη Μονή Νεαμτζουλούη. Αφού του πήραν το έδειξαν στον τότε ηγεμόνα Γρηγόριο Γκίκα και του εξήγησαν τα της υποθέσεως. Την 19η Απριλίου 1852, ο Μητροπολίτης Μολδαβίας Σωφρόνιος, σαν εκπρόσωπος του Ηγεμόνα και των δύο μοναχών, απέστειλε επιστολή στη Μεγίστη Λαύρα με την οποία ζητούσε “όπως παραδεχθή την περί εκ νέου συστάσεως της Σκήτης ταύτης γενομένην δι'εμού πρότασιν των ευσεβών Μολδαβών, επικυρούσα και αύθις τα δικαιώματα της δυνάμει του προμνημονευθέντος ενσφραγίστου εγγράφου της, όπερ διατηρείται εισέτει ανέπαφον παρ'ημίν ενταύθα”.
Η Μονή Μεγίστης Λαύρας, αφού κάλεσε τους Νήφωνα και Νεκτάριο συνέταξε στις 24 Σεπτεμβρίου 1852 έγγραφο αποτελούμενο από 4 άρθρα με το οποίο ονόμαζε το κελλί Μολδαβική Σκήτη. Το γεγονός αυτό ανήγγειλαν οι πατέρες στον ηγεμόνα Γκίκα, ο οποίος διέταξε να χορηγούνται ετησίως 300 φλωρία.
Σε νέα τους μετάβαση στη Μολδαβία οι Νήφων και Νεκτάριος πέτυχαν την έκδοση από τον ηγεμόνα του υπ'αριθμ. 7134 της 14ης Δεκεμβρίου 1855 χρυσοβούλλου με το οποίο η Σκήτη ονομαζόταν ρουμανική. Στη συνέχεια ο Γκίκας έγραψε στον Οικουμενικό Πατριάρχη ζητώντας την έκδοση σιγιλλίου, το οποίο εξεδόθη τον Ιούνιο του 1856 επί Κυρίλλου Ζ΄
Την 15η Μαρτίου 1857 θεμελιώνεται το Κυριακό από τον Δικαίο της Σκήτης Νήφωνα, ο οποίος απέστειλε δύο αδελφούς στον ηγεμόνα και στον Μητροπολίτη Βλαχίας να αναγγείλουν την έναρξη της ρουμανικής Σκήτης. Αυτοί μετά την άφιξη τους, τον Απρίλιο του 1857. έκαναν έκκληση προς όλο το ρουμανικό έθνος, ζητώντας συνδρομή για τη ρουμανική Σκήτη του Άθω. Τότε ο ηγεμόνας Αλέξανδρος Δημητρίου Γκίκας προσέφερε 500 φλωρία και μέσα σε δύο χρόνια συγκεντρώθηκαν 4.226 φλωρία και πολλά αφιερώματα.
Με την πάροδο του χρόνου συγκεντρώθηκαν και άλλοι Μοναχοί ρουμάνοι, οι οποίοι υπερτερήσαντες των Μολδαβών άρχισαν να εγείρουν αξιώσεις και να απαιτούν από τον Δικαίο και κτίτορα τη Σκήτης Νήφωνα, να εξαλειφθεί το Μολδαβικό όνομα αυτής και να μεταβληθεί σε Ρουμανικό Κοινόβιο. Επειδή ο Νήφων δεν δέχτηκε αυτή την πρόταση, διαιρέθηκαν οι μοναχοί της Σκήτης σε δύο ομάδες. Βλάχους και Μολδαβούς. Τότε ο Νήφων αφήνει τοποτηρητή τον Πνευματικό Καλλίνικο και μαζί με τον Νεκτάριο αναχωρεί για το Ιάσιο, όπου παρέμεινε τρία χρόνια εισπράττοντας ελέη για τη Σκήτη. Κάθε φορά που οι πατέρες έγραφαν σ'εκείνον, σαν Δικαίο, να επιστρέψει, αυτός έστελνε την παραίτηση του. Τελικά το 1870 μετά την αποστολή και της τρίτης παραιτήσεως, αναγκάζονται οι πατέρες και με προτροπή του Μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας να εκλέξουν Δικαίο τον αρχηγό των Βλάχων, Δαμιανό.
Ο Δαμιανός έχοντας την υποστήριξη του Ρουμάνου ηγεμόνα Καρόλου Α΄ μετατρέπει αυθαίρετα τη Σκήτη σε μονή (1881) και όταν επιστρέφει ο Νήφων με 35 Μολδαβούς, ο Δαμιανός του αποκλείει την είσοδο. Μετά την ανακήρυξη του Καρόλου σε βασιλιά, ο φυλετισμός στη Σκήτη και οι αυτονομιστικές ενέργειες βρίσκονται σε έξαρση. Αυτός είναι ο λόγος που η Κυρίαρχος Μονή ζητά την επέμβαση του Πατριαρχείου και την εκδίκαση της υπόθεσης από αυτό. Έτσι συνοδικό έγγραφο, υπογεγραμμένο κι από τον Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄(Ιούλιος 1881) επικυρώνει τα κυριαρχικά δικαιώματα της Μεγίστης Λαύρας επί της Σκήτης και αναγνωρίζει τα πρωτεία των Μολδαβών – ιδρυτών της Σκήτης. Τέλος το 1882 υπογράφεται συμφωνία μεταξύ της Λαύρας επί της Σκήτης όπου τονίζεται ο εξαρτηματικός χαρακτήρας της δεύτερης και καταργείται η διάκριση μεταξύ Μολδαβών και Βλάχων. Η Σκήτη ορίζεται ως “Βλαχομολδαβική” και λίγο μετά ως “Ρουμανική”.
Στις αρχές του 20ου αιώνα η Σκή θα βρίσκεται σε ακμή και θα αριθμεί 105 μοναχούς (30 Τρανσυλβανούς, 50 Ρουμάνους, 25 Μολδαβούς). Θα οργανώσει μεγάλα έργα, όπως τη διώρυξη σήραγγας στον αρσανά της, στον Ακράθω. Τη δημιουργία μουσείου, εικονογραφείου καθώς και άλλων εργαστηρίων.
Σήμερα εγκαταβιούν εκεί 25 μοναχοί Ρουμανικής καταγωγής.
Το Κυριακό της Σκήτης του Τιμίου Προδρόμου βρίσκεται στον μέσον της αυλής. Έχει μήκος 30 μέτρα και ύψος 18. Είναι αφιερωμένο στη βάπτιση του Χριστού.
Είναι αγιορείτικου ρυθμού εξ ολοκλήρου αγιογραφημένο από Ρουμάνους ζωγράφους το 1863, με τρεις τρούλλους και εξωνάρθηκα. Φυλάσσονται τα άγια λείψανα διαφόρων αγίων και εικόνες μεταξύ των οποίων η Παναγία η Αχειροποίητος.
Ο εξωνάρθηκας περικλύεται με περίτεχνο τζαμωτό. Σε χώρο πάνω από τον εξωνάρθηκα, στεγάζεται το σκευοφυλάκιο της Σκήτης με αρκετά μεγάλο αριθμό κειμηλίων.
Οι πτέρυγες της Σκήτης Τιμίου Προδρόμου, σχηματίζουν ορθογώνιο. Στη διώροφη δυτική πτέρυγα βρίσκεται η είσοδος της Σκήτης με το καμπαναριό ύψους 25 μέτρων, παρεκκλήσι, καθώς και το αρχονταρίκι, η τράπεζα, το μαγειρείο.
Στη μονόροφη ανατολική πλευρά σε αυτοτελές κτίσμα, η βιβλιοθήκη, ο φούρνος και το ξυλουργείο.
Η βιβλιοθήκη αριθμεί 5000 έντυπα βιβλία, τα περισσότερα του 19ου αιώνα και γραμμένα στην Ρουμανική γλώσσα. Διαθέτει και 130 χειρόγραφα.
Στη Νότια πτέρυγα κτισμένη το 1882 είναι τα κελλιά των μοναχών, το Συνοδικό, το γραφείο του Δικαίου και το Νοσοκομείο. Στην εξωτερική πλευρά βρίσκεται ο ναός του Τιμίου Προδρόμου από το αρχικό Κελλί και πρώτο Κυριακό της Σκήτης. Στη Βόρεια Πτέρυγα βρίσκονται κελλιά για μοναχούς και ένα παρεκκλήσιο.
Στη Σκήτη, πλην του Τιμίου Ξύλου υπάρχουν και τα εξής λείψανα: του Τιμίου Προδρόμου, του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, του Αγίου Χαραλάμπους, του Αγίου Κλήμενος, των Αγίων Μαρτύρων Μηνά και Βίκτωρος, αίμα του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου, Τμήμα Λίθου του Παναγίου Τάφου κλπ.

Κυριακή 29 Αυγούστου 2010

Ένας άγνωστος σπηλαιώτης (+1855)


Στις σημειώσεις του π. Ντενάσια ευρίσκονται τα εξής στοιχεία από την διήγηση του π. Νήφωνος της Ρουμανικής Σκήτης.
Αυτός ο δούλος του Θεού έμενε σε σπηλιά, που ήταν γειτονική με αυτή του οσίου Πέτρου του Αθωνίτου. Πόσο έζησε εκεί και πως ονομάζεται δεν είναι γνωστό. Η ζωή του κυλούσε σε παντελή πτωχεία. Δεν κατείχε απολύτως τίποτε. Περπατούσε χωρίς υποδήματα και χωρίς σκούφο, ήταν δε σκεπασμένος με φθαρμένα άχρηστα ρούχα.
Κάποτε δύο μοναχοί της Μολδαβικής Σκήτης διήρχοντο από αυτό το ευλογημένο μέρος. Έχασαν το δρόμο τους και βρέθηκαν στο σπήλαιο του ερημίτου, όπως μας ιστορεί ο π. Νήφων. Ο ασκητής κρατόύσε στα χέρια του ένα μικρό Ψαλτήρι, το οποίο διάβαζε διαρκώς χωρίς διακοπή, ενώ ταυτοχρόνως είχε κατακτήσει και την καρδιακή ευχή. Κατά την συζήτηση με τους μοναχούς, εξομολογούμενος ο όσιος ερημίτης εξέφραζε τον φόβο του μήπως κριθή από τον Θεό για το πάθος της ιδιοκτησίας, εφ'όσον κατέχοντας το Ψαλτήρι δεν είχε απελευθερωθεί από ο,τιδήποτε γήινο. Έτσι παρέδωσε το μοναδικό κτήμα στους συνομιλητάς του, παρακάλώντας θερμά να το πάρουν μαζί τους.
Προβλέποντας τον θάνατο του, πήγε στον σπηλαιώτη π. Νήφωνα ο οποίος τότε ζούσε κοντά στο σπήλαιο του οσίου Αθανασίου στην Βίγλα και τον παρεκάλεσε να τελέση τη θεία λειτουργία και να τον κοινωνήση, λέγοντας: "πλησιάζει, το τέλος μου!"
Ο π. Νήφων συμφώνησε και ξεκίνησαν μαζί για την θεία λειτουργία που θα γινόταν στον ναό της Σκήτης του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Κατά την διάρκεια του κοινωνικού, ο όσιος ερημίτης ασπάσθηκε με σεβασμό τις ιερές εικόνες, χύνοντας συνεχώς δάκρυα δοξολογίας προς τον εύσπλαγχνο Θεό. Κοινώνησε και μετά την απόλυση ο π. Νήφων του πρότεινε να καθήση μαζί του στην τράπεζα αλλά αυτός αρνήθηκε. Ευχαρίστησε για την εξυπηρέτηση και ανεχώρησε παρακαλώντας να τον μνημονεύη στις άγιες ευχές του.
Δεν πρόλαβε να φθάση στη σπηλιά του. Εκοιμήθη καθ'οδόν κατά το έτος 1855 και ήταν ηλικίας σαράντα έως σαράντα πέντε περίπου ετών.

(Απόσπασμα από το Βιβλίο "Αγιορείτες Πατέρες (2)", Ιερομονάχου Αντωνίου. Εκδόσεις Ίνδικτος

Ο Γέρων Μακάριος (+1845)


Στο Ρωσικό έζησε ένας εξαίρετος γέροντας, ο μοναχός Μακάριος, που ήταν Έλληνας την καταγωγή. Αρνήθηκε τον κόσμο σε νεαρά ηλικία και ήλθε στο Άγιον Όρος, όπου παρέμεινε εξήντα χρόνια. Είκοσι από αυτά τα έζησε στην έρημο με υπακοή σε Γέροντα. Κατόπιν, αφού τον απεχαιρέτησε για την αιωνία μακαριότητα και πούλησε το κελλί, εισήλθε για περισσότερα από σαράντα χρόνια στο κοινόβιο του Αγίου Παντελεήμονος. Μολονότι ήταν ηλικίας άνω των εβδομήντα ετών, η ζωή του ήταν υποδειγματική. Πήγαινε πρώτος στο διακόνημα και αγωνιζόταν περισσότερο απ'όλους. Ο ηγούμενος συχνά του έλεγε:
- Πάτερ Μακάριε, εσύ δεν θα έπρεπε πλέον να πηγαίνης στο διακόνημα, αλλά να μένης στο κελλί. Ήδη εργάσθηκες αρκετά στην ζωή σου. Τώρα άφησε να εργασθούν οι νέοι!
Εκείνος με δάκρυα έπεφτε μπροστά στα πόδια του ηγουμένου και άρχιζε να λέγη:
-Πάτερ άγιε, μη μου στερής το βραβείο για το έργο της υπακοής. Μη με χωρίζης από την αγαπητή αδελφότητα. Όσο κινούνται τα πόδια και τα χέρια μου, όσο έχω δυνάμεις, θα εργάζομαι για το μοναστήρι. Θα βλέπω έτσι και τους αγαπημένους αδελφούς.!
-Εργάσου, εργάσου π. Μακάριε, έλεγε ο ηγούμενος. Αυτό το είπα επειδή λυπήθηκα τα γηρατειά σου!
Παρόμοιοι γέροντες στο μοναστήρι υπήρχαν ακόμη δέκα. Κοιτάζοντας τους, πάντα θαυμάζαμε και κλαίγαμε, διότι βλέπαμε τα υψηλά μέτρα τελειότητος που είχαν φθάσει. Ήσαν άκακοι σαν παιδιά ή απαθείς σαν άγγελοι, όλους όμως τους υπερέβαινε ο π. Μακάριος. Ο ηγούμενος συχνά τον πείραζε:
-Εσύ π. Μακάριε, αμάρτησες! Και αυτός έπεφτε στην γη και την έβρεχε με δάκρυα.
Συχνά καθ'όλην την διάρκεια της τραπέζης, καθόταν χωρίς να τρώγη, μετά την τράπεζα πήγαινε δίπλα στην πόρτα και με δάκρυα ζητούσε συγχώρηση απ'όλη την αδελφότητα. Ο ηγούμενος το έκανε αυτό, θέλοντας να περιφρουρήση τον π. Μακάριο με την ταπεινοφροσύνη, ώστε να μην υπερηφανεύεται αλλά να οδηγείται σε βαθειά ταπείνωση, θεωρώντας τον εαυτό του κατώτερο απ'όλους.
Ο π. Μακάριος εκοιμήθη το έτος 1845 χωρίς κάποια ασθένεια. Αφού κοινώνησε των αγίων Μυστηρίων, πήγε στον ηγούμενο και του είπε:
-Συγχώρησε με, άγιε πάτερ, και ευλόγησον. Θέλω να πεθάνω!
-Ο Θεός να σε συγχωρήση και να σε ευλογήση, απήντησε ο ηγούμενος. Μόνον που πιστεύω οτι δεν θα πεθάνης, επειδή οι τέλειοι υποτακτικοί δεν πεθαίνουν, αλλά αναχωρούν για την αιωνιότητα!
Όταν ο π. Μακάριος βγήκε από το ηγουμενείο, πήγε στο νοσοκομείο της Μονής και ζήτησε κρεβάτι.
Ο ιατρός είπε:
-Τί σου χρειάζεται εσένα π. Μακάριε το κρεβάτι;
-Θέλω να πεθάνω, απάντησε αυτός
Κατόπιν τους απεχαιρέτησε όλους, ξάπλωσε στο κρεββάτι και ειρηνικά παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο.