Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2013

Διάδοχος του π. Σάββα στο Ρωσικό ήταν ο μαθητής του Γεράσιμος, ο οποίος γεννήθηκε στη Μακεδονία το έτος 1770. Περί αυτού, ο π. Παρθένιος αναφέρει τα εξής στις σημειώσεις του: Ο π. Γεράσιμος εισήλθε 15ετής στη Μονή Εικοσιφοινίσσης και ήδη συμπληρώνει περισσότερα από 50 χρόνια μοναχικής ζωής (1840). Ο Γέροντας έχει το εξαιρετικό χάρισμα της διακρίσεως. Καθοδηγεί τα διακόσια πνευματικά του τέκνα όχι με την εξουσία αλλά με την πατρότητα. Άλλον νουθετεί, κάποιον τιμωρεί και άλλον προσπαθεί να πείσει με δάκρυα. Αγαπά τους πάντες σαν αληθινός πατέρας. Το κελί του είναι σαν νοσοκομείο ποτέ δεν είναι κλειστό. Όλοι οι αδελφοί, υγιείς και άρρωστοι τρέχουν στον Γέροντά τους, στον πνευματικό τους θεραπευτή και του φανερώνουν τα ψυχικά τους τραύματα. Ο έμπειρος ιατρός τους θεραπεύει και εκείνοι αναχωρούν υγιείς και χαρούμενοι για το διακόνημα τους. Τελευταίος βγαίνει από το κελί του ο ίδιος. Πρωτίστως επισκέπτεται τους ασθενείς αλλά επιβλέπει και τους εργάτες και τις εργασίες τους. Εν συνεχεία, βγαίνει από το μοναστήρι επισκέπτεται όλους τους αδελφούς στα διάφορα διακονήματά τους και τους βοηθάει ο ίδιος. Έτσι περνά, τις ημέρες του με αδιάκοπους αγώνες. Την ώρα της εργασίας ποτέ δεν αναγκάζει τους αδελφούς να βιασθούν, αλλά τους δίδει άνεση και ευλογία να ξεκουράζονται συχνά. Μερικές φορές - γράφει ο μοναχός Παρθένιος - μπαίνω στην εκκλησία και από την αδελφότητα δεν υπάρχει κανείς ακόμη, αλλά ο ηγούμενος ήδη βρίσκεται όρθιος στη θέση του. Άλλη τροφή εκτός από αυτή της κοινής τραπέζης, δεν παίρνει. Συχνά στην τράπεζα νουθετεί και καθοδηγεί τους πατέρες, σχολιάζοντας μερικές φορές τις αδυναμίες και τις ελλείψεις τους, χωρίς όμως να αναφέρει κανενός το όνομα. Πάντα μιλάει με κατάνυξη και πατρική αγάπη και όλους τους κατασυγκινεί. Τον βλέπουν όλοι ως άγγελο, τον υπακούουν ως Θεό, τον τιμούν ως βασιλέα και τον αγαπούν ως πατέρα. Τους εμπιστεύθηκαν τις ψυχές τους και τα σώματά τους, διότι τον θεωρούν ιατρό, ποιμένα και καθοδηγητή προς την βασιλεία των ουρανών. Δεν τον τιμούν μόνον τα τέκνα του, αλλά και ολόκληρο το αγιώνυμο όρος, ως αυστηρόν φύλακα του κοινοβιακού τυπικού. Με συντομία θα αναφέρουμε πως ο γέρων Γεράσιμος συμπεριφερόταν στην αδελφότητα του Ρωσικού, πως εβάσταζε τις αδυναμίες των αδυνάτων, πως κατεπράυνε την υπερηφάνεια των ασκητών και πως απεμάκρυνε τους ανυπότακτους και τους παραβάτες των κανονισμών του κοινοβίου. Κάποτε ήλθε στο μοναστήρι ο μοναχός Αβράμιος, Ρώσος από το Δον, καταγόμενος από αρχοντική οικογένεια. Νωρίτερα ζούσε στη Σκήτη του Προφήτου Ηλιού και ζητούσε τώρα από τον π. Γεράσιμο να τον δεχθεί στο κοινόβιο. Για να γίνει δεκτός παρεκάλεσε και ο πνευματικός Ιερώνυμος, αναφέροντας εκτός από τους άλλους λόγους και την περιουσία του, την οποία αποτελούσαν είκοσι χιλιάδες λέβα. Ζήτησε όμως να μην του αναθέτουν διακόνημα. - Και τι θα κάνεις; ρώτησε τον π. Αβράμιο ο ηγούμενος - Θα προσεύχομαι, απάντησε εκείνος - Καλά, χαίρομαι γι' αυτό, του είπε. Αν ολόκληρη η αδελφότης μου απεφάσιζε να προσεύχεται αδιαλείπτως, ούτε έναν δεν θα έστελνα στο διακόνημα, επειδή η πραγματική μοναχική εργασία είναι η προσευχή. Όλα τα υπόλοιπα είναι δευτερεύοντα και γίνονται για να αποφεύγεται η οκνηρία. Αν όμως δεν υπήρχαν διακονήματα, στο μοναστήρι μου δεν θα έμεναν ούτε είκοσι άνθρωποι, ενώ τώρα υπάρχουν διακόσιοι. Για όλους είναι ευχάριστα και χαρούμενα στο κοινό διακόνημα. Υπάρχει λοιπόν καιρός για προσευχή, καιρός για εργασία, ώρα για φαγητό και ώρα για ύπνο. Και όποιος αγαπά τον Κύριο με όλη του την καρδιά, έχει την δυνατότητα να προσεύχεται με την νοερά προσευχή, την οποία οι σωματικοί κόποι δεν εμποδίζουν αλλ' αντιθέτως την βοηθούν. Αν μπορείς και συ να προσεύχεσαι έτσι, θα σε δεχθώ και θα σε τακτοποιήσω και χωρίς τα χρήματά σου. Αυτά δωσ' τα όπου νομίζεις. Αν όμως δεν μπορείς, τότε ούτε τα χρήματα μας χρειάζονται. Εμείς στο μοναστήρι δεν συγκεντρώνουμε χρήματα αλλά σώζουμε ψυχές. Όταν βεβαίως κάποιος φέρει δεν τα αρνούμεθα, τα χρησιμοποιούμε για τις ανάγκες του μοναστηριού. Ο μοναχός όμως που τα έφερε είναι υποχρεωμένος να υπακούει σε όλους τους κανονισμούς του κοινοβίου και να ξεριζώσει το θέλημά του. Εμείς σε κανέναν δεν επιβάλλουμε κάτι υπεράνω των δυνάμεών του. Παραχωρούμε μόνο ο,τι ο καθένας μπορεί να σηκώσει. Συνέβη και το εξής περιστατικό: Ζούσε στη μονή ένας μοναχός ελληνικής καταγωγής, ο οποίος ήδη είχε γίνει μικρόσχημος. Αυτός προσέφερε μεγάλο ποσό, αλλά κράτησε ένα μέρος για τον εαυτό του. Ο ηγούμενος του έλεγε: - Αν επιθυμείς να ζεις μαζί μας μην κρατήσεις ούτε το ελάχιστο. Αν λυπάσαι για τα χρήματα και δεν θέλεις να τα αποχωριστείς δεν πρέπει τίποτα να μας δώσεις. Εσένα σου χρειάζεται τέτοιος τόπος, όπου θα μπορείς να ζεις με χρήματα, διότι σε περίπτωση που θα τα αποκρύψεις και θα ευρεθούν μετά τον θάνατο, θα μπουν μαζί σου στον τάφο. Ως παραβάτης δε του κοινοβίου δεν θα αξιωθείς του μνημοσύνου της αδελφότητος. - Άγιε Πάτερ ο,τι έχω θα το δώσω! απάντησε εκείνος. Ο ηγούμενος τον δέχθηκε και τον έκειρε μεγαλόσχημο. Ο μοναχός ήταν πολύ ταπεινός, απλός και - ως καλός επιπλοποιός - χρήσιμος στο κοινόβιο. Η αδελφότης τον αγαπούσε πάρα πολύ, αλλά ο ηγούμενος διείδε κάποια αδυναμία να κρύβεται μέσα του. Ήταν το φίδι της φιλαργυρίας. Γι αυτό συχνά τον καλούσε και με δάκρυα τον ικέτευε να φανερώσει και τα υπόλοιπα χρήματα εκείνος όμως απαντούσε ότι τα παρέδωσε όλα. Ο ηγούμενος Γεράσιμος βλέποντας την σκλήρυνση και την επικείμενη απώλεια της ψυχής του, θέλησε να τη διορθώσει. Μια ημέρα, ενώπιον όλων των αδελφών της μονής, διέταξε να τον απομακρύνουν από το κοινόβιο, να πετάξουν όλη την περιουσία του και να του επιστρέψουν τα χρήματά του. Ο μοναχός βεβαίως δεν τα πήρε, λέγοντας ότι τα έδωσε για πάντα στο μοναστήρι. Τότε η αδελφότης λυπήθηκε πολύ και με δάκρυα σκεπτόταν ότι ο ηγούμενος τιμώρησε χωρίς έλεος τόσο ταπεινό άνθρωπο. Ο μοναχός έφυγε από το κοινόβιο, βρήκε σύντροφο και αγόρασε κελί. Πλήρωσαν τέσσερις χιλιάδες λέβα για να το αγοράσουν και δύο χιλιάδες για να την ανακαίνιση. Τότε αντελήφθησαν όλοι για ποιο λόγο τον έδιωξε ο ηγούμενος. Όταν ο μοναχός Αβράμιος - αυτό ήταν το όνομά του - ξόδεψε όλα τα χρήματά του, έπεσε σε ακηδία και δεν ήταν πλέον σε θέση να ζήσει στο κελί γι' αυτό το παρέδωσε στον σύντροφό του. Ο ίδιος ήλθε στο μοναστήρι και άρχισε να παρακαλεί τον πορτάρη να πει στον ηγούμενο πως θέλει να ικετεύσει για συγχώρηση. Εκείνος μετέφερε την παράκληση. Μόλις την άκουσε ο ηγούμενος, έτρεξε και τον αγκάλιασε λέγοντας: - Τελείωσαν όλα σου τα χρήματα ή έμεινε κάτι ακόμη; - Συγχώρησε με, άγιε πάτερ. Ήμαρτον ενώπιον του Θεού και ενώπιόν σου, απάντησε αυτός με δάκρυα στα μάτια. Τώρα τίποτε δεν μου έμεινε πλέον, εκτός από τις αμαρτίες μου. - Πρέπει να χαίρεσαι αφού ο Κύριος σε εκαθάρισε και τώρα θα γίνεις πραγματικός μοναχός, είπε ο ηγούμενος και του έδωσε πάλι κελλί στο μοναστήρι. Ο σοφός και ανιδιοτελής γέρων Γεράσιμος, σχεδόν κάθε ημέρα, έκανε έργα άξια θαυμασμού. Εγνώριζε ποιον να τιμωρήσει και σε ποιον να συγχωρήσει την αδυναμία. Ανεπαύθη εν Κυρίω το 1875, σε ηλικία 105 ετών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου